Κυριακή, 24 Αυγούστου 2008

Σχόλια

Αφήστε σχόλιο εδώ η στείλτε mail stakyriak@yahoo.gr για οτιδήποτε αφορά το Λεξικό. Η βοήθειά σας θα είναι πολύτιμη.

7 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

ψάξε τη λέξη "στάγκαλος", νομίζω σημαίνει "σταύλος". Θα το ψάξω κι εγώ και θα σ' ενημερώσω.

Μαρίτσα είπε...

λέξεις όπως οι ακόλουθες πρέπει να μπούν σε ειδικό παράρτημα του λεξικού νομίζω!

μιλφέι
πάρκι
μπλέ ελεκτρί
μισοκομείο
δοράκινο
άρφα
βόρτα
χάμπουργκε
αστενομία
θυριοειδής
μπαρκόνι
ήγιος
τζιόγος
πρικό
ψιωμί
φένκιου
πιτσικλετί
καρτσόν
δεπόν
απερπίστηκα
σιόλα
σκέδια
σκέση
νεροπομπή
βόμπα
σαιζό
όροξη
σκολείο
ογδοήντα
εγινήκαμε... Read more
σμπάρο
φαλιμεντο
διβιδί
βίδεο
ι-μέι (e-mail)

Μαρίτσα είπε...

auto ti sou leei?

egkremistike to radentzo ap'th skatzia,kai skiaxtike to fortikh sth gkogkla!!!

metafrash: epese h katsarola ap'to rafi kai tromakse o gaidaros sthn strofh

kastamoniti elena είπε...

Αλιμάνκου, φόρτσι τσι μπατούδες, μη γένει κανα ρεμπόμπο και πάμε όλοι απούφου....

Εβγήκα στο μπότζο να φροκαλίσω και με κοψε το τριχωλο, την πούντα μαλλίνια κάνει όξω

kastamoniti elena είπε...

Αρέβαρα στην κατοικιά μου και ζάλωσα το φορτίκι το άχαρο και αρεντέψαμε να κόψουμε ξύλα για τη στια και καμιά μαζωξιά λάπατα και ζεγκούνους, να κάμω μια μαγειρεψιά στην πινιάτ ατην χαλκοματένια και έπειτας να μάσω τα αυγά τσου κοτόνε να τα κάμω μπάνιο -Μαρία να φάνε και τα στριγκλιασμένα μου που γινήκανε σα φλίκουρα, και το βράδυ καν απιάτο κωρονιά με τότσο κανέλα...

kastamoniti elena είπε...

Από τη πίνια αράντεψα να πάω στη Γαρίτσα
και μία ράφτρα απάντησα με μία φιοράδα τρίτσα.
Είχε ωραίο κότολο στα μούτρα τσι σμπερλέτο
τριζάτο σοτοκότολο και βήμα όλο σκερτσέτο.
Αρεντεύω λοιπόν και περνάω το Λιστόν
και τη φτάνω κοντά στου Μπιγότα
και τσι λέω έλα αμιά και μου λέει αματζά
στα πρώτα που τσίκαμα μότα.
Στο ρακόντο τσι αυτή μού’χε πει παναπεί
σπαβεντάδα με ντροπή που ο τάτας τσι
είχε μπατέλο και ήτανε από το καμπίελο.
Ινσόμα χωριστήκαμε και μού'πε αριβεντέρλο
κι απ’ ένα νότε βγήκαμε με βέστα όλο μέρλο.
Αλαμπρατσάντε εφτάκαμε απ’όξω από το μποσκέτο
το πέτο τσι τσι τόπιακα μέσα από το κορπέτο.
Φαστιντιάρει πολύ και σκορτάρει η δειλή
και μου δίνει η μπαρόνα μία μπούφα
και τη βέστα καρώ τη σηκώνω όπου βρω
μέσα σ’ όλη αυτή τη μπαρούφα.

Suiters είπε...

Ανεμοφούιτος = αυτός όπου έχει αέρα κοπανιστό στο κεφάλι του

Βρήκα πως ταιριάζει με λέξεις που ήδη βρίσκονται στο λεξικό, όπως Ανεμοκάικα, Ανεμοπύρωσα κλπ

Έχουν ίδια γλωσσική προέλευση άραγε;