Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

Α-Ι

Α
Αβαγγέλιστο (το) Το μωρό που δεν το έχουν «περάσει»από το ευαγγέλιο.
Αβάκα (η): Φιλενάδα,αγαπητικιά (Μάλλον προέρχεται από τη ιταλική λέξη Vacca πού σημαίνει αγγελάδα αλλά και πόρνη .
Αβάλη (η): Κόλπος ( Παξοί)
Αβανιά (η): Δυσφήμηση.(Παξοί).
Αβαντάρω Υποστηρίζω.(Ital. Avantare).
Αβαντζαδούρα (η): Το πλεόνασμα (Ital. Avanzo).
Αβάντι : Πάμε (Ιταλ. Avanti).
Αβαντιζαίτε (η): Μπροστά.(Παξοί).
Αβαντσέρνω : Έχω να λαμβάνω.(Ital. Avanzare).
Αβάλη (η): Κατηφοριά προς κολπίσκο της θάλασσας (Ital. Avvallatura).
Αβαρία (η): Εξυπηρέτηση – ζημιά (Παξοί).
Αβάσκαμα (το): Μάτιασμα.
Αβασταή (η): Αβάσταχτο.
Αβεντόρος (ο): Τζαμπατζής (Ital. Avventore =πελάτης).
Αβέρτα πάγκα : Συνέχεια.
Αβέρτο (το): Ανοικτό (Ital. Aperto)
Αβέρτο πετσάλι (το) Ελεύθερο – Ανοικτό.(Παξοί).
Αβιζάρω : προειδοποιώ (Ital. Avvisare).
Αβλογιά (η): Λευκάκανθος. (Παξοί).
Αβογαδόρος (ο): Κατήγορος . (Ιταλ. Avvocato Fiscale )
Αβουκάτος (ο): Δικηγόρος (Ιταλ. Αvvocato).
Αγαλάρει (δεν ): Δεν ξεφεύγει.
Αγάλια : Σιγά
Αγάλικα (τα): Αμύγδαλα με μαλακό τσόφλι.(Παξοί ).
Αγαντζάδο (το) Ύφασμα πολυτελές με χρυσά κεντήματα (Ital. Organza).
Αγαρλίζω : Ανακατεύω.
Αγγανάδος (ο): Απατημένος .
Αγγανάρω : Απατώ.
Αγαντζάρω :Γραπώνω, γαντζώνω, αρπάζω (Ital. Agganciare).
Αγγελοκρούομαι : Τρομάζω-Ταράζομαι
Αγγελόνι (το) Φυτό άγριο που φυτρώνει στους λόγγους , έχει κόκκινους μικρούς καρπούς που τρώγονται.
Αγγιό (το): Δοχείο (Αρχ. Αγγείο).
Αγγούσα (η): Βαρυστομαχιά.
Αγγουρακιά (η): Φυτό με ρίζα που μοιάζει με μικρό αγγούρι.Λέγεται επίσης και Κουλουμπρίδα το φυτό μοίαζει με το ραδίκι και γινεται σαλατα.
Αγγουρέτο (το): Πολυάγγιστρο για το ψάρεμα των αφρόψαρων.
ονομάζεται και ξυλάγγουρο, γίνεται τουρσί.
Αγερίνα (η): Πολύ ψιλή άμμος σοβατίσματος.
Αγερμός (ο): Ξεσηκωμός ( Αρχ. Εγείρω;;;;;).
Αγιάθονας (ο): Φωτοστέφανο.
Αγιασμός (ο): Δυόσμος.
Άγιατρο (το): Ανίατο . (Παξοί).
Αγιοκωνσταντινάτο (το): Βυζαντινό νόμισμα μεγάλης αξίας.
Αγιοτικά (τα): Τα ανήκοντα στους ναούς.
Αγιούντα (η): Προσθήκη σε κάποια κατασκευή (Ital. Aggiunto).
Αγιούταλος (ο): Το πουλί Λούφα.
Αγιούτο : Βοήθεια . Βοηθήστε με (Ιταλ. Aiuto).
Αγκινιάζω : Εγκαινιάζω .( Ανοίγω το καινούριο κρασί).
Αγκίσερας (ο): Κισσός.
Αγκλυστήρι(το): Το εργαλείο του κλύσματος.
Αγκούσα (η): Στεναχώρια .(Λευκίμμη – Παξοί )
Αγκρέμιθας (ο): Αγριοφυστικιά.
Αγκωνή (η): Γωνία (Ital. Angolo).
Αγκιουστάρω : Δικαιώνω – Αποδίδω δικαιοσύνη (Ital. Aggiustare).
Αγκονάρι (το): Γωνία και ακρογωνιαίος λίθος. (Αγκών = γωνία και Ital (Angolare)
Αγκωνή (η): Η γωνία του ψωμιού.(Παξοί).
Αγνίλας (ο): Δάσος με λυγαριές (Άγνοι).
Άγνος (ο) Λυγαριά.
Αγούλιερας (ο): Φυτό – Ζιζάνιο.
Αγρέμυθας (ο): Άγριο δένδρο του λόγγου
Αγριάδα (η): Αγριολάχανο.
Αγρικάω : Επαγρυπνώ.
Αγριοκομιντοριά (η): Το φυτό στρύχνος (βλ. Κομιντόρο).
Αγρίωμα (το): Χέρσο ,ακαλλιέργητο χωράφι.
Αγροικά (φέρθηκε): Απρεπώς φέρθηκε (Σαν αγροίκος).
Αγυριώτικο (το): Χορός περιοχής Αγύρου .
Αγυρεψιά (η): Έμεινε ανύπανδρη από αγυρεψιά , δηλαδή δεν τη ηθελε κανείς.
Αδειά (η): Ελεύθερος χρόνος.
Αδερφομοίρι (το): Το μερίδιο του αδερφού από την περιουσία του γονέα.
Αδικευτής (o) Ο Άδικος.
Αδικιά (η) Αδικία.
Αδικογένι (το) Κακομοίρης.
Αδικοφάης (ο): Ο εκμεταλλευτής.
Αδούλης (ο): Τεμπέλης.
Αδουριά (η): Πρόσκαιρο – Αυτό που δεν αντέχει στο χρόνο (Ital. Duro).
Αδραχτηλιόνοι(οι): Οι κολιτσίδες του χωραφιού.
Αδράχτι (το): Εργαλείο για την δημιουργία μάλλινης κλωστής.
Αδράχτια Βρισιά.
Άεζα : Χωρίς αμοιβή.
Αετός (ο): Είδος σαλαχιού.
Αετονύχι (το) Είδος άσπρου επιτραπέζιου σταφυλιού με γαμψή ρόγα.
Αζόερας (ο): Δυόσμος.
Άζουλα (η): Κόπιτσα (Παξοί).
Αζώερας (ο): Μαργαρίτα
Αθήρι (το): Το καλύτερο (αρχ. Αθήρ;;).
Αθράκι (το): Το κάρβουνο (Αρχ. Άνθραξ).
Ακανίσκευτος (o) Ο αρνούμενος να δωροδοκηθεί(βλ. Κανίσκι).
Ακαπέλα Τραγούδι Χωρίς συνοδεία οργάνων.
Ακισταδόρος (ο): Κατακτητής –Αυτός που αποκτά κάτι.(Ιταλ. Conguistatore).
Ακιστάδος (ο): Αποκτημένος (Βλ. Ακισταδόρος).
Ακιστάρω : Αποκτώ.
Ακίστο (το): Απόκτημα.
Άκλαιρος (ο): Πάμφτωχος - χωρίς κλήρο.
Ακλεριάζω : Καταστρέφω – Ρημάζω.
Άκολα (τα): Πολύ βαθιά , απάτητα.(Παξοί).
Ακόντο (το): Έναντι λογαριασμού (Ιταλ. Acconto).
Άκοπα (τα): Συνέχεια , χωρίς διακοπή.
Ακορδάρω : Συμφωνώ, Συμμερίζομαι, παίρνω το μέρος κάποιου. (Ιταλ. AccordareΣυμφωνια, Κουρδίζω μουσικό όργανο.
Ακουζάρω : Κατηγορώ.(Ιταλ. Accusante ).
Ακουζατόρος (ο): Κατήγορος (Ιταλ.Accusatore).
Ακουϊστά : Επιπλέον πράγματα.
Άκουσμα (το): Φήμη – Διαδόσεις.
Ακουσμένη (η): Η γυναίκα που έχει εξωσυζυγική σχέση.
Ακουστάδα (η): Αποκτημένη (βλ. Ακισταδόρος κλπ ).
Ακριβολιναριά (η): Πρίν από πολύ καιρό . «Τον καιρό τσι ακριβολιναριάς» . (Υποθέτουμε ότι αναφέρεται σε μια εποχη που ήταν ακριβό το λινάρι).
Ακροτζερίζωμαι : Προαισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι (Ital. Accorgersi).
Ακρουφαλιά (η): Κουφάλα ή σχισμή δένδρου.
Αλαγκρέτζα : Χαρούμενη –Φαιδρή (Ital. Allegrezza).
Αλαγραμέντα Καλή ανάρρωση.;;;;;;;;;
Αλάδα (η): Τούφα μαλλιών (Παξοί).
Αλαλάργα – μακριά (Ital. Alla largare= ξανοίγομαι στη θάλλασα
Αλαλιάζω : Μένω άλαλος.
Αλαμαρνέρα (η): Ρόμπα.;;;;;;;;
Αλαμπαμπίνα ανδρικό χτένισμα Δήγμα Παλληκαρισμού έμοιαζαν με μωρουδίστικο χτενισμα με τα μαλλιά να αναδιπλώνουν στα άκρα (Ital. Alla banbina).
Αλαμπρατσάντε Αγκαζέ.(Ital. Braccio) Στην γνωστή κερκυραϊκή παροιμία «από το τίποτα καλό και το αλαμπρατσάντε».
Αλαπρέστα : Γρήγορα . (Ιταλ Presto ).
Αλάρμα : Πένθιμο χτύπημα καμπάνας. (Ιταλ Alarme=Τρόμος Συναγερμός).
Αλαρουμάνα : Μακριά μαλλιά (Παξοί).
Αλασκαβέντζα : Με το σακκάκι ριχτό στον ώμο (Ital. Alla scavenzza).
Αλασκάγια : Ανάρριχτα..
Αλατρεύω : Καλλιεργώ.
Αλαφάτσα Το μαντήλι δεμένο πάνω από το κεφάλι με τις άκρες σηκωμένες πάνω στο κεφάλι σταυρωτά και γενικά ευπρεπισμος της κεφαλής (Ital. Faccia).
Αλαφίλα : Συνεχώς (Ital. Alla Fila = Τακτικά).
Αλαφοστιά (η): Η αρρώστια Ερυθρά.
Αλεγατσιόνες (οι): Επεξηγήσεις (Ιταλ Allegazione).
Αλεγράρω : Χαίρομαι ,Ευθυμώ ,Ξεδίνω.
Αλεγρία (η) Χαρά. (Ital. Allegria).
Αλέγρος (ο): Ευθυμος –Χαρούμενος.(Ital. Allegro).Επίσης όλα τα συναφή : πχ. Αλεγρέτζα, Αλεγρία,Αλεγρατσιό,Αλεγράρω,Αλεγραμεντε.
Allegro).
Αλέκιος (ο): Μονοκόμματος πχ. “θέλω να μου βάλεις σόλες αλέκιες”.
Αλέρτα (η): Στη θέση σου, σε επαγρύπνηση .(Ιταλέ. Allerta=Επιφυλακή).
Αλεσιά (η): Μια Αλεσιά = Αλεσμα Ελιάς στο Ελαιοτριβείο μια φορά. Οσο χωράει η μηχανή.
Αλέστος (ο) Πρόθυμος. (παξοί) ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;
Αλευρίτας (ο): Είδος μανιταριού.
Αλιά (κι’ αλίμονο) : Αλίμονο.
Αλιάδα (η): Σκορδαλιά.
Αλιμάγκου : Επιτέλους – Εν κατακλείδει.
Αλίμεντο (το): Διατροφή (Ιταλ Alimentazione).
Αλιμοκουρίζω : Ταρακουνάω.
Αλιμπαρτάρω : Αναποδογυρίζω (Ιταλ. Ribaltare).
Αλιμπουρδώνω Η Αλιμπουρδίζω η Αλικουρνίζω=Λερώνω – Πασαλείβω.
Αλιποπορά (η): Ποικιλία σταφυλιών.
Αλιποπορδιές (οι): Ράτσα μανιταριών.
Αλιποτσάκαλης (ο): Ράτσα τσακαλιού που έλεγαν ότι είναι διασταυρωση αλεπούς και τσακαλιού.
Αλιτζερίνος(ο): Αλγερίνος πειρατής ,συνώνυμο της σκληρότητας. (Ital. Algerino).
Αλιτσερίνι (το) Σκούρο-Μαύρο-Σκοτεινό
Αλιφιέρης (ο): Σημαιοφόρος (Ιταλ Alfiere).
Αλιφούτσιος (ο): Λούστρος-Στιλβωτής υποδημάτων.
Αλλότριος (ο): Αλλιώτικος.
Αλμπακάς (ο): Επίσημο ροκέτο από φίνο ύφασμα (βλ. Ροκέτο).
Άλμπεδο (το): Ασπρόξυλο από τις Αλπεις, μαλακό και ευκολοδούλευτο.
Αλντέντο (το): Μισοβρασμένα μακαρόνια (Ital. Al dente = στα δόντια).
Αλόη (η): Βότανο (Ital. Aloe).
Αλόϊσες(οι): Κακιές γυναίκες (Παξοί).
Αλπετραριος (ο): Διαιτητής (Ital. Arbitro).
Αλπέτρες (ο): Διαιτητής (Ital. Arbitro).
Αλτάνα (η): Ξεχυτή (Ital. Altana =Σκέπαστρο σε ταράτσα σπιτιού).
Αλτάρι (το): Αγία τράπεζα (Ital. Altare = Αγία τράπεζα , Βωμός).
Αλτεράδος (ο Αδιάθετος .;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;
Άλτο (το): Ψηλό –Ψήλωμα (πιο άλτο=πιο ψηλό).(Ital. On alto).
Αλτρα πάντα : Από τη μία μεριά στην άλλη
Αλτσάτο (το): «Πανωσήκωμα» σπιτιού (Ital. Alzata).
Αλτσετούρα (η): Πιέτα .;;;;;;;;;;;;;;;;
Αλτσος (ο): Αλυσίδα (Παξοί ) (Μάλλον βγαίνει από το Άλυσος).
Αλυπίτσα (η) Φυτό της ακροθαλασσιάς που το χρησιμοποιούν για να κατασκευάζουν σκούπες.
Αλυποτανάω : Τραβάω το σχοινί (Αρχ. Τανύω).
Αλυσίβα (η): Ζεστό νερό και στάχτη για το πλύσιμο των ρούχων. (Ιταλ. Lisciva).
Αμάν μπάσα : Λεηλασία.;;;;;;;;;;;;;
Αμάντζαλος : Κακοντυμένος και ακατάστατος.
Αμαρτεμός (ο): Αμαρτία.
Αμασκαλίδι (το) : Το βλαστάρι ανάμεσα στο φύλλο.
Αμασκαλοβύζα (η): Γυναίκα με μεγάλους μαστούς.
Αμαχεμός (ο): Εχθρότητα.
Αμε Πήγαινε
Αμε δα - Αμι Βεβαιωτικά μόρια.
Αμέντι και Αμέντε (το): Προσοχή – Πρόσεχε (Ital. A mente).
Αμηδόνικα : Ναι , κατάφαση .
Αμητί : Πώς αλλιώς.
Αμινόνκα : Ασε μας ήσυχους – Παράτα μας.
Αμίρασος (ο): Το ψάρι Σαλούβαρδος.
Αμμούσα (η): Αμμώδες και πορώδες έδαφος.
Αμολάδος (ο) Ελεύθερος-Χωρίς περιορισμούς.(Ιταλ. (a m)mollare – Λύνω το σχοινί -Ελευθερώνω).
Αμολαρησιά (η): Ασυδοσία (βλ. Αμολάρω).
Αμολάρω : Απελευθερώνω (Ital. Ammolare).
Αμολέρνω : Ελευθερώνω.
Αμόντε (πάμε) : Χαμένοι πάμε (Ital. A monte ).
Αμοράδος (ο): Ερωτευμένος. (Ιταλ. Inamoranto).
Αμορόζος (ο): Αγαπητικός-Εραστής. (Ιταλ. Amoroso).
Αμούρες (οι): Βατόμουρα.
Αμούχτι (το): Πλήθος πραγμάτων.
Αμπαντάρω : Εκτιμώ, Λογαριάζω (Ital. Abbacare).
Αμπαντονάδος (ο): Αλήτης , Εγκαταλελλειμένο Παιδί , Έκθετο. (Ital. Abbandonato).
Αμπάσος (ο): Κατώτερος – χαμηλότερος (Ital. Basso).
Αμπατάριστος(ο): Αδιάφορος για ότι συμβαίνει.
Αμπάτης (ο): Ταγμένος Κάποιος που ήταν «ταγμένος» σε κάποιον Άγιο και Φορούσε μαύρο φέσι και μπέρτα για 7 χρόνια. (ital. Battessimo=βάπτιση).
Αμπελοφάσουλα (τα): Φασολάκια βελόνες.
Αμπελοφουρκάτα (η): Ξύλινη διχάλα για το φύτεμα του αμπελιού (Ital. Forca = Διχάλα).
Άμπιλος (ο): Ικανός (Ital. Abile).
Αμπιτάντες (ο): Σοφίτα (Ital. Abitante =Ακάλυπτος χώρος που κλείστηκε και εγινε κατοικήσιμος).
Άμπιτο (το): Ιερατικό ένδυμα (Ital. Abito= Ρούχο η διαμένω).
Αμπιτύχη : Αν τυχόν.
Αμπλα ουτουριτά Απόλυτη εξουσία.(Ιtal. Ampio Autorita).
Αμπόδεμα (το): Μάγια- Μαγικά.
Αμπονόρα : Νωρίς – Πολύ πρωί (Ital. A buon ora).
Αμπορμπάω: Προφταίνω – Προλαβαίνω.
Αμπορπίζω : Ξεπερνώ κάποιον.
Αμπούζο (το): Κατάχρηση. (Ital. Ampuso).
Άμπουλες (οι): Πολλά νερά (Παξοί).
Αμπουρνέλα (η): Κορόμηλο.
Αμπώνω Σπρώχνω.
Αναγκεμένος (ο): Άρρωστος.
Ανάγλυκα (τα): Αραιά .
Ανάγλυκο Αραιό
Αναγραίνω : Ξαίνω το μαλλί.
Ανάγυρος (ο): Τέχνασμα – Επιδεξιότητα.
Αναδίνω : Ξανάρχομαι.
Ανάερα (τα): Εναέρια.
Ανάερα : Αμυδρά.
Αναζωφάω : Ξαναζωντανεύω.
Αναθιβάνω: Αμφιβάλλω.
Ανάκαρο (το): Διάθεση (Παξοί).
Ανακούρκουδα: Βαθύ κάθισμα στα γόνατα (Γύρου). Στους Παξούς το λένε «ανάποδα»
Ανακρακάτος (ο): Φωνακλάς.
Ανακυκλίδα (η): Ξύλινο εργαλείο για την μεταφορά του νήματος κατά το γνέσιμο.
Ανάνταφλος (ο): Ανοικοκύρευτος.
Ανάντελος (ο) Δύστροπος.
Αναπαψώλια (τα): Μία κατασκευή από σχοινιά που δένονταν πάνω από το κρεβάτι για να κρατούν τα πόδια της γυναίκας ανασηκωμένα ώστε να μην κουράζεται κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης.
Αναπιαίνω: Βάζω το ζυμάρι στη σκάφη και το σκεπάζω για να φουσκώσει.
Αναράιδα (η): Νεράιδα.
Αναριομάδα (η): Αραιόφυτο μέρος.
Αναρίτσια (η): Ανατριχίλα (Ital. Arricciare).
Ανατσολόϊση (η): Ακαταστασία .
Ανατσούμπαλος (ο): Ακατάστατος.
Ανατσουτσουριάζω : Ανατριχιάζω.
Ανάφαντος (ο): Απρόσεκτος (Παξοί).
Αναφούφου : Στον αέρα , πάνω πάνω.(Παξοί).
Αναχαράζει : Μηρυκάζει.
Αναχαράζω: Μηρυκάζω.
Αναψούρα (η): Έξαψη.
Αναψούρες (οι): Ζέστες.- εξάψεις.
Ανελέτα (τα): Γάντζοι που περνούν τα κορδόνια των παπουτσιών(Παξοί).
Ανέλο (το): Κρίκος , Χαλκάς (Ital. Anello).
Ανεμοδούρητος (ο): Μικρής διάρκειας.
Ανεμοίραα (τα): Αμοίραστα (πχ. Χωράφια).
Ανεμοκάικα Εξαφανίστηκα.
Ανεμοπουλίζω : Ανεμίζω.
Ανεμοπύρωμα (το) Κρυολόγημα.
Ανεμοστρίφουλας (ο): Τοπικός μικρός τυφώνας.
Ανεμούρι (το): Αδράχτι Και μεταφ. (Πάει το στόμα του Ανεμούρι) Κάποιος που μιλάει ασταμάτητα.
Ανεμοφόνητο (το): Άστατος-Ασταθής.
Ανεσίσταγος (ο): Ανήσυχος-φασαριόζος.
Ανεσύσταγος (ο): Ανοικοκύρευτος – Χωρίς σέστο (Ital. Sesto).
Ανέσωστος (ο): Ατελείωτος (Παξοί).
Άνζο : Συμβολαιογραφική πράξη(Ital. Atto Notarile).
Άνθρακας (ο): Αρρώστια -Κακοήθης φλύκταινα – Και ως κατάρα «να σε φάει ο άθρακας» .
Ανιφορά (η): Το αντίδωρο της εκκλησίας.
Ανστάνζα ή Ινστάνζα (η): Δικαστική προσφυγή (Ital. Istantanea = Ενσταση ).
Άντα (η): Επιβλητική περπατησιά (Ital. Anda =Θέτω σε κίνηση).
Ανταμος (ο): Γίγαντας , μεγαλόσωμος.
Αντάτος (ο): Ο έτοιμος να φύγει (Ital. Andare).
Αντέντος (ο): Έτοιμος για καυγά. (Ital. A Dente=στο δόντι η Attento = Σε ετοιμότητα).
Αντέτο (το): ¨Εθιμα των προγόνων (Ital. Antenato =Πρόγονος).
Άντζα (η): Γάμπα (Ital. Anca ).
Αντζαρδάρω : Ενθαρρύνω (Ital. Azzardare).
Αντζάρδο (το): Τόλμη ,Θάρρος (Ital. Azzardo).
Άντζι : Μάλιστα.
Άντζι : Όπως και να ναι.(Ital. Anzi);;;;;;;
Άντζουλα (η): Είδος μεταλλικού κουμπιού.
Αντήρας (ο): Μέρος εκτεθειμένο στον αέρα.
Αντιδαύλι (το) Ξύλο από νέο κλαρί για την φωτιά.(Παξοί).
Αντίδι (το): Ήμερο λάχανο.
Αντικάμαρα (η): Πεισμώνω και απομακρύνομαι από εσένα.
Αντικάμαρα (η): Χώλ , προθάλαμος (Ital. Anticamera ).
Αντικάριος (ο): Αρχαιολόγος (Ital. Anticario)
Αντίκομμα (το): Ξερό κλωνάρι δένδρου.
Αντίκος (ο): Παλαιομοδίτης.(Ital. Antico).
Αντικούλουκο (το): Μικρό βλαστάρι.
Αντικούτικας (ο): Μετωπιαίο οστό.
Αντιμάμαλο (το): Το κύμα που χτυπάει και ξαναγυρίζει.(Παξοί).
Αντιρίδα (η): Λοξό στήριγμα για την αντιστήριξη πασσάλων.
Αντιρίδι (το): Μικρός βλαστός που βγαίνει κάτω από το φύλλο.
Αντιφώτι (το): Φεγγίτης.
Αντος (ο): Σε ετοιμότητα (Ital. Attento= Προσέχω).
Αντραίδα (η): Φυτό;;;;;;
Αντρέτζο (το): Εργαλείο ,εξάρτημα. (Ital. Annesso).
Αντσιόν (η): Αγωγή εναντίον κάποιου (Ital. Azione).
Ανωθιό (το): Άνωθεν (Αρχ. – παλιό κρητικό).
Αξετίμωτος (ο): Ωραίος , Λεβέντης (Παξοί).
Αουνίστρα (η): Το τζάκι . Η φωτιά του σπιτιού. Στα χωριά τα’Γύρου λέγεται ογνίστρα.
Απαδείρω: Πληρώνω για τα σφάλματά μου.
Απαδέχτης (ο): Κεντρικό χαντάκι ποτιστικού χωραφιού.
Απαθιά (η): Ησυχία , Απραξία , Απάθεια.
Απάλα (η): Το πλατύ μέρος του κουπιού.(Παξοί).
Απαλατήδι (το): Το υγρό που περισσεύει από το φτιάξιμο του σαπουνιού.;;;;;
Απαλό (το): Το βρεγματικό οστούν του νεογνού.
Απαλοκάβουρας (ο): Είδος κάβουρα με απαλό κέλυφος που τρώγεται ολόκληρος τηγανιτός.
Απαλταρίζω : Παίρνω εργολαβία (Ital. Appaltare).
Απανωγόμι (το): Το επιπλέον φορτίο του γαιδάρου (Αρχ. Γόμος).
Απανωκόμι (το): Επιπλέον κέρδος.
Απαράτης (ο): Η σανίδα που ασφάλιζε τη δίφυλλη πόρτα από μέσα.
Απαρέντζα (η): Εικονiκά , φαινομενικά (Ital. Apparenza).
Απαρθενεύω : Ανήκω.(Παξοί).
Απαρταμέντο (το): Οροφοδιαμέρισμα (Ital. Appartamento).
Απάσβεστα (τα): Ο ασβεστοσοβάς.
Απέκια : Ειδάλλως .
Απελάντε(ο) Αυτός που κάνει έφεση στο δικαστήριο, ο εφεσιβάλλων (Ital. Appelare = Εφεσιβάλλω).
Απελάρω : Κάνω έφεση .(Ital. Appelare).
Απελησιά (η): Εκσφενδονίζω (Αρχ. Απελαύνω).
Απένα : Μόλις , Μετα βίας (Ital. Appena)
Απεράτης (ο): Αμπάρα.
Απερίκουος (ο): Αυτός που δεν καταλαβαίνει.
Απερτούρα (η): Ευκαιρία (Ital. Apertura=Άνοιγμα).
Απετόνι (το): Ποντικός των δένδρων.
Απήκουπα Ανάποδα.
Απίδι (το): Αχλάδι.
Απιδιά (η): Αχλαδιά.
Απίθωμα (το): Εναπόθεση ενός φορτίου.
Απιθώνω : Ακουμπάω κατι κάπου .(Αρχ. Αποθέτω).
Απίθωσα : Ακούμπησα.
Απίκου : Στην ώρα μου , Ακριβώς στο σημείο που πρέπει Οι Ναυτικοί Χρησιμοποιούν τη λέξη όταν η Μπίγα του Γερανού είναι πάνω ακριβώς από το φορτίο.
Απίκουπα : Ανάποδα.
Απιλατζιόν: Έφεση (Ιtal. Appelazione).
Απιόμπο: Έτοιμος.;;;;
Απίπιλε : Καθολοκληρίαν.;;;;;;;;;;;;;
Απισόντενα Όταν το ζώο Δεν μπορει να κρατηθεί στα πισινά του πόδια λόγω αρρώστιας η γήρατος.
Απιστριά (η): Μέρος του εξοπλισμού του γαιδάρου.
Απιταφτιάρικο (το): Πεισματάρικο.
Απλάδενα (η): Πιατέλα.
Απλή (η): Παλιός χωριάτικος χορός.
Απλιός (ο): Πλατύς (Αρχ. Άπλετος;;).
Απλιτά : Ικανότητα , Ευχέρεια (Απλετα;;;;).
Απλιχώρια (η): Ευρυχωρία.
Απλόχερο (το): Μονάδα όγκου που χωράει σε μια παλάμη.
Αποβολάρα (η): Είδος τσαπιού.
Απόγραμμα (το): Διεύθυνση σε γράμμα(Παξοί) . Στην υπόλοιπη Κέρκυρα Την έλεγαν Σύσταση.
Αποδέλοιπα (τα): Τα υπόλοιπα.
Αποδέλοιπο (το): Υπόλοιπο.
Απόδιαβα : Μετά τις γιορτές.
Αποδοχάρι (το): Μεγάλος κάδος για την πρόχειρη μετάγγιση του μούστου.
Απόειδα : Απογοητεύτηκα-Βαρέθηκα να περιμένω.
Αποζετάρω : Υποθηκεύω (Ital. Ipotecare).
Απόθραψε : Τελείωσε η καύση του ξύλου (Αρχ. Αποθράυω).
Αποθώσου : Κάθησε να ξεκουραστείς.
Αποκαρωμένος (ο): Μισοκοιμισμένος.(Παξοί).
Αποκατάρι (το): Το κεραμιδι που πάει από την κάτω μεριά.
Αποκαταριά (η): Η κάτω πλευρά.
Αποκαταριά (η): Το κατακάθι του ελληνικού καφέ .
Αποκαταριά (η): Το κάτω μέρος ενός ανισόπεδου κτήματος.
Αποκατουθειό : Από κάτω.
Αποκλείω : Κανω κάποιον ψυχικό ράκος.
Αποκοντιασμένος (ο): Υποχόνδριος.
Αποκόντο Παραλίγο.
Αποκόντο (το): Ευνόητο (Ital. Conto = Λογαριασμός – πρόβλεψη κλπ.).
Αποκοντριά (η): Υποχονδρία – Νωθρότητα.
Αποκοπή (η): Εργασία με το κομμάτι.
Απολιώρα : Πριν από λίγη ώρα.
Απόντις : Από όταν – Αφού (Αρχ. Όντας ;;;).
Αποξυλάνθι (το): Το άνθος της κουφοξυλιάς ( Θάμνος της ακτής-Αφροξυλάνθη).
Αποπανάρι (το): Το πάνω τούβλο της σκεπής.
Αποπανάρι : Το κεραμιδι που πάει από την πάνω μεριά.
Αποπαναριά (η): Το επάνω μέρος.
Αποπανουθιό (το): Από πάνω (Αρχ. Άνωθεν).
Απόπερα : Απέναντι.
Αποπέρνω Αποθαρρύνω.
Αποσβολάρα (η) Τσαπί.
Αποσεδείριες (οι): Οι ελιές που πέφτουν από την αρχή της σοδειάς.(Παξοί).
Αποσίμπελο Πιθανόν-Παρά λίγο-Μπορεί. (Ιταλ. Possibile). «Στην πιάτσα έγινε Αποσίμπελο Ρεμπόμπο». Δηλαδή Παραλίγο να γίνει φασαρία-καυγάς.
Απόστα η ξαπόστα : Επίτηδες (Ital. Apposta).
Αποστάρικα : Σκόπιμα. (βλ. Απόστο).
Αποστήλα (η) Σημείωση στο περιθώριο της σελίδας (Στήλη ).
Απόστο (τον έβαλε): Του έκανε κριτική-τον έβαλε στο στόχαστρο (Ital. A Posto=στη θέση του).
Αποτιλιά η Αποτίλας (ο): Λιθιά.
Απόχηρος (ο): Χήρος.
Απόχτιο (το): Απόκτημα.
Απραός (ο): Διαρκώς σε κίνηση ( Αρχ. ;;; Παραλία Απραού στην Κασσιόπη).
Απροβάδο (το): Εγκεκριμένο (Ital. Approvare).
Απρομπάρω : Εγκρίνω (βλ. Απροβάδο).
Απρόντα (η): Έτοιμη (Ital. Approntare).
Απροπόζιτο (το): Έκφραση που προτάσσεται Στην αρχή της συζήτησης . (Ital. Proposito=Το θέμα της συζήτησης).
Αραβούντουλα (η): Το τιμόνι της Βάρκας- η Λαγουδέρα.(Κέρκυρα-Πόλη).
Αραγκιό η ραγκιό (το): Η τάξη , Το συστηματικό (Ital. Rango=Τάξη).
Αράδα (η): Αμέσως.
Αράϊντα-Αράντα (η) Ο Περίβολος του σπιτιού. (Παξοί).
Αράτα (η): Ρώγα σταφυλιού-στήθους (Αρχ. Ράξ;;)
Αρβάλι (το): Σιδερένια λαβή του ξύλινου κουβά.
Αργάζω : Οργώνω,Κατεργάζομαι ,Επεξεργάζομαι.
Αργαστήρι (το): Καφενείο.
Αργάτης ( ο): Ο κοχλίας της αλεστικής μηχανής.
Αργατικός (ο): Εργάτης.
Αργατινή (η): Εργάσιμη μέρα.
Αργούντουλα (η) Η Λαγουδέρα (Το ξύλο που κουνά το τιμόνι της βάρκας.) (Παξοί).
Αργυρομαστραπάς (ο): Ασημένια κανάτα.
Αρεβολίζω : Πάω και έρχομαι γρήγορα.
Αρέκια (τα): Τραγούδια προχειροφτιαγμένα-(Iταλ. Οrecchia= Με το αυτί , χωρίς μουσικές γνώσεις).
Αρέντα (η) Γρήγορα. (Ital. Ridda=Είδος παλιού κυκλικού χωρού η σπασμωδική κίνηση γύρω από κάτι).
Αρέντε Πλησίον – Κοντά.;;;;;;;;;;;;;
Αρεσκειά (η): Προικοσύμφωνο.
Αρεστάδος (ο): Κρατούμενος (Ιταλ. Arrestato (: Κρατούμενος.
Αρέστο (το): Το κρατητήριο Ital. Arresto).
Αρθούνι (το): Το ρουθούνι.
Αριβάρω Έρχομαι-καταφθάνω. (Ιταλ. Arrivare).
Αρίδα (η): Τρυπάνι.
Αρκεβίστας (ο): Αρχειοφύλακας (Ital. Archivista).
Αρκίβιο (το): Αρχειοφυλάκειο (Ital. Archivio).
Αρκούμπουζο (το): Είδος πυροβόλου όπλου.(Λευκίμμη-Παξοί).;;;;;;;;;;;;;;;;;
Αρμακαδίνα (η): Κεντρικό δοκάρι σκεπής.(Ital. Arma Catena).
Αρμακόλου : Έβαλε το σακκάκι του αρμακόλου – Δηλαδή στην πλάτη (Ital. Armacollo =Τελαμώνα-Χιαστί).
Αρμάρι (το): Ντουλάπι (Ital. Armadio).
Αρμαρόνι (το): Ντουλάπι (Παξοί). Βλ.Αρμάρι.
Αρμενάλια (τα): Σοφίτες . (Παξοί).
Αρμίδι(το): Πετονιά για ψάρεμα.
Αρμουριχτό (το): Είδος πετονιάς.
Αρόδου : Ανοικτά στη θάλασσα ( Το πλοίο έδεσε αρόδου).
Αρόντα (η): Τρεχάλα.(Ital. Ridda =Είδος παλιού κυκλικού χορού)
Αρόντεψε : Τρέξε.(βλ. Αρόντα).
Άρπαση (η): Αρδευτικό κανάλι.
Άρπεζα (τα): Σιδερένια άγκιστρα για μεταλλικές κατασκευές η για την στερέωση τοίχων στις οικοδομές.(Ital. Arpese).
Άρτα πάντα : Η άλλη πλευρά μιας κατασκευής η κάτι διαμπερές. (Ital. Altra – Banda).
Αρτερατσιό (το): Ελαφρύς πυρετός – δέκατα (Arteria;;;;;;;).
Αρτερία (η): Αρτηρία (Ital. Arteria).-Προφανώς η λέξη έχει αρχαιοελληνική ρίζα.
Αρτίζω : Βάζω λάδι στο ψωμί.(Παξοί).
Αρτίζω : Ετοιμάζω το φαγητό (Άρτιο η άρτος).
Αρτίκολο πρίμο (το): Πρώτη ενέργεια – Πρώτη δουλειά.(Ital. Articolo Primo Άρθρο Πρώτο).
Αρτσιπέλαο (το): Πολύ μακριά. (Ital. Arcipelago= Αρχιπέλαγος).
Αρτύθηκα: Έφαγα κάτι που δεν έπρεπε την Σαρακοστή).
Ασέδιο (το): Πολιορκία (Ital. Asedio).
Ασενιάρω : Δίνω, μεταβιβάζω.
Ασένιο (το): Νόημα (Ital. Segho).
Ασκάρδη): Σκελίδα .
Ασκέλα (η): Αγριολάχανο.
Ασκέλα (η): Είδος λοστού που η άκρη του υποβοηθούταν από τη μασχάλη (Ital. Ascella=Μασχάλη).
Ασκλιδι Σκίλα .;;;;;;;;;;;;
Ασκοποθώνο Σηκώνομαι και κάθομαι συνέχεια.
Ασκός (ο): Αυγό που έγινε χωρίς τσόφλι , μόνο με την μεμβράνη. (Αρχ. Ασκός = Σάκκος).
Ασκρουμένομαι : Προσέχω να ακούσω(Παξοί).
Ασκώνω: Σηκώνω.
Ασμίλαγκας (ο): Το φυτό Σμίλαξ.
Άσος Άξονας του κάρου.
Ασουμέρω : Λαμβάνω , δέχομαι.
Ασούμπρα Αγκαζέ.
Ασούσουμος (ο): Αγνώριστος (Παξοί).
Άσπαγας (ο): Το φυτό δορύκυνον.
Ασπάλαθρας (ο): Κύτισος (Αγκαθωτό φυτό).
Ασπετά : Περιμένω (Ital. Aspetti).
Ασπουκλο (το): Αγριοκρέμμυδο.
Άστα : Σήκω (Αρχ. Ίσταμαι).-(Ital.Astante=Παρών ,Ενιστάμενος).
Αστάκι ((το) Ο Καρπός του καλαμποκιού
Άστε ντούε (μο): Μου επέβαλε (Μάλλον προήλθε από εκφραση της
Αστράκα (η): Θάμνος της ακτής.
Αστρακερή (η): Η τοποθεσία που έχει καλυφθεί από αστράκες.
Ασύσταγος (ο): Ανοικοκύρευτος (βλ. Σέστο).
Ατ ζάρδο (το): Τόλμημα (Ital. Azzardo).
Ατεντέντερε Ακούω , πείθομαι , συμμορφώνομαι.(Ital. Attendere=
Ατίβα): Έτοιμη , Ικανή για κάθε τι. (Ital. Attivo=Ενεργητικός).
Ατόρνο Πέριξ (Ital. Intorno).
Ατούρα ( η): Πονοκέφαλος εγγύου.
Ατρέτζο Σύνολο πραγμάτων απαραίτητων για ορισμένη χρήση. (Ital. Attrezzo = Σύνολο Εργαλείων).
Ατρέχα (η): Τρεχάλα.
Ατσαλωσιά (η): Η σκλήρυνση του σιδήρου με την θέρμανση και το απότομο κρύωμα στο νερό η στο λάδι.
Ατσάρδο (το ): Κίνδυνος (Ital. Azzardo).
Ατσαρδόζος (ο): Ριψοκίνδυνος. (Ital. Azzardosso).
Ατσήρω : Αποδέχομαι (Ital. Accetare).
Ατσιτέντε ( ο): Το τυχαίο συμβάν.(Ital Accidente).
Ατσίτο (το): Οξύ (Ital. Acido).
Άτσιτο (το): Οξύ που χρησιμοποιούσαν οι λευκοσιδηρουργοί για το καθάρισμα πριν τη συγκόλληση των μετάλλων (ital. Acito = Οξύ).
Άτσου : Ας`τους (Μαντουκιώτικο).
Αυγακότης ( ο): Αυγουλάς.
Αυγινό (το): Η ακολουθία του όρθρου.
Αυγουστέλι ): Ράτσα σύκου.
Αυγοχόλι (το): Ψεύτικο αυγό για να γεννούν οι κότες.
Αυγώνει : Η κότα ετοιμάζεται να γεννήσει.
Αυριοσύνη (η): Η αυριανή ημέρα , το μέλλον , το αύριο.
Αυχαριστία (η): Αχαριστία.
Αφαλοκομός (ο): Η ομφαλοκοπή.
Αφάνο (το): Δύσπνοια.(Ital. Affano).
Αφέντης (ο): ο πατέρας
Αφιδεύομαι: Εμπιστεύομαι. (Ital. Affidare).
Αφισάδος (ο): Προσηλωμένος (βλ. Αφισάρω).
Αφισάρω : Είμαι προσηλωμένος (Ital.Affisare).
Αφιτιβαμέντε : Πραγματικά (Ital. Effettivamente).
Αφοδιά (η): Αυλή σπιτιού ( Ίσως επειδή αφόδευαν εξω ελλείψει τουαλέτας ). (Παξοί).
Αφόρκος (ο): Επίορκος.
Αφούντου : Χάθηκε (Ital. A fondo=Στο βάθος).
Αφούφου : Ολική καταστροφή – Ανατίναξη – Ολοκαύτωμα. (Πήγε αφούφου – Πήγε ψηλά).
Αχαμνός (ο): Χλωμός (Παξοί).
Αχαρολόϊστη (η) Άχαρη.
Άχλα (η): Καταχνιά.
Αψήλου : Τυχερό παιχνίδι του δρόμου (κορώνα –γράμματα).
Αψήλου : Ψηλά.
Αψιής Οξύθυμος.
Αψώνω Φουντώνω, ζεσταίνομαι.(Παξοί).



Β


Βαβιλάτο (το) Το χρώμα της χρυσόμυγας (Μαυροπράσινο).
Βαβύλα (η) Χρυσόμυγα (Λέγεται και βάβυλας και μάλλον ονομάστηκε έτσι aπό το Βαβυλωνία από το βουιτό του).
Βαγαπόντες(ο): Απατεώνας (Ital. Vagabondo).
Βαγγελίζω : Περνάω κάτω από το ευαγγέλιο της κυριακάτικης λειτουργίαςγια να αποφύγω κάποιο κακό που φοβάμαι .
Βάγια (τα): Τα Θεοφάνεια , Η Κυριακή των Βαίων.
Βαγιάνα (η): Το ψάρι Σκαθάρι.
Βαγιοφόρα (η): Πλέγμα από φύλλα φοινικιάς για την Κυριακή των Βαίων.
Βάζο (το): Ο πήλινος σωλήνας των παλαιών αποχετεύσεων (Ital. Vaso).
Βαιλέυω : Κουράρω.- Φροντίζω
Βαιλεύω : Νταντεύω, κανακεύω.
Βαίσω : Λυγίσω. (Σινιές).
Βακέτα (η): Μερικώς κατεργασμένο δέρμα (Ital.Vacchetta=Αγγελαδίτσα- Δέρμα).
Βαλάγγι (το): Βελανίδι (Παξοί).
Βαλάνεια (τα): Βελανίδια.
Βαλανίδα (η): Αδένας του λαιμού.
Βαλάρω Βρίσκομαι σε αμηχανία.
Βάλε αμέντι : Σκέψου.(Ital. Mente=Μυαλό)
Βαλερόζος (ο): Άξιος . (Valoroso).
Βαλούτο (το) Βαρύ , Άξίζει τα λεφτά του (Ital. Valutare =Εκτιμώ την αξία το βάρος κλπ).
Βαμμένος (ο): Ο αποφασισμένος για να κάνει κάποιο κακό.
Βαντάγιο (το): Κέρδος (Ital. Vantaggio).
Βαντάκα (η): Πάνινο δέμα με ρούχα , και μεταφ. Η χονδρή γυναίκα.
Βαντιέρα (η): Δίσκος σερβιρίσματος
Βάραγγας (ο): Λάρυγγας.
Βαραμέντε : Επιτέλους – εν΄κατακλείδει (Ital. Veramente)
Βαρβαρίτσα (η): Δερματικό εξόγκωμα η κρεατοελιά.
Βαρδακούρι (το): Αμάνικο πουλόβερ.
Βαρδακούρι (το): Γιλέκο.
Βαρδάτσα (η): Ράτσα άσπρου κορόμηλου.
Βαρδιόλα (η): Σκοπιά .
Βαρζί (το): Κόκκινη βαφή χειλιών από ένα φυτό.
Βαρκός (ο): Βάλτος, η μόνιμα υγρή γη .
Βάρτου : Βάρα του.
Βάσκα (η): Μπανιέρα , λεκάνη .(Ital. Vasca).
Βάσκα (η): Στέρνα ,η μεγάλη λεκάνη. (Ital. Vasca).
Βατεύω : Κάνω έρωτα – Γονιμοποιώ.
Βατσέλα (η): Λεκάνη .
Βατσέλι (το): Λεκανάκι.
Βατσέλι (το): Νιπτήρας(Ital. Vascello=Πλοιάριο πολεμικό).
Βατσίνα (η): Εμβόλιο (Ital. Vacina).
Βατσουνιά (η): Βάτος.
Βδέλι (το): Μεταλλικό περιστρεφόμενο στερέωμα παραθυρόφυλλου).
Βεγγέρα (η): Γλέντι (Ital. Vegliare = Ξενύχτι).
Βεδρές :
Βελανίδα (η): Το ψάρι Ζαργάνα η βελόνα.
Βελέντζες (οι) Υποκλίσεις?
Βελέσι (το): Χονδρό ρούχο – Παλτό.
Βελιόνι (το): Ξενύχτι (Ital. Veglia).
Βέλιουρας (ο): Σκουλήκι που χρησιμεύει για δόλωμα.
Βελονάς (ο): Θύκη για βελόνια ραψίματος.
Βελοτσιπέ (το): Το ποδήλατο (Ital. Velocipe).
Βένα (η): Φέτα πετρώματος.
Βένα (η): Φλέβα – κληρονομικότητα (Ital. Vena).
Βενέτικο (το): Ράτσα κόκκινου μήλου.
Βενζίνα (η): Καϊκι μηχανοκίνητο.
Βένταμα (το): Φτερούγισμα.
Βεντάριο (το): Ευρετήριο (Ital. In Ventorio).
Βεντέμα (η): Τρύγος (Ital. Vendemmia).
Βεντερούγα (η): Αρρώστια που προκαλεί κύρτωση της πλάτης.
Βεντερούγα (η): Η πίσω μεριά των πλευρών.
Βεντερούγα (η) Καμπούρα- ραχίτιδα.
Βέντουλο (το): Βεντάλια η χαρτόνι για το φυσημα της φωτιάς(Ital. Ventaglio).
Βεντρειά (η): Η πλαινή πλευρά των πλευρών.
Βεντριά (η): Τα πλευρά του Ανθρώπου
.
Βεραμέντε : Αλήθεια (Ital. Veramente).
Βερβελίδι (το): Αγριολάχανο.
Βερβελίδια (τα): Βολβοί.
Βερβερίτσα (η): Κρεατοελιά.
Βεργέτα (η): Σκουλαρίκι κρίκος. (Μάλλον ονομάστηκε έτσι επειδή φτιαχνόταν από μία μεταλλική βεργούλα.Βεργέτα φορούσαν οι άνδρες στο αριστερό αυτί σε διάφορα μέρη της Κέρκυρας (Μαντούκι , Βαλανειό κ.α.) Ήταν χρυσή και μάλλον έμεινε από τους πειρατές η τους τσιγγάνους
Βερίνες (οι): Οι βόλτες που παίρνει το σχοινί.
Βερμαλίζω : Φλυαρώ (Ital. Verbale – Verbalismo = Στα λόγια).
Βέρντε (το): Πράσινο χρώμα (Ital. Verde).
Βερντούρα (η): Σαλάτα λαχανικών (Ital. Verdura).
Βέρσο (το): Συμπεριφορα (Ital. Verso = Κατεύθηνση ).
Βερτζότο (το): Πλατύφυλλο Κραμπή (Ital. Verzotto).
Βερτσελάδο (το): Χυμένο-Διάχυτο(Ital. Versamento).
Βεσπασιανή (η) Δημόσιο ουρητήριο (Ital. Vespasiano).
Βέστα (η): Γυναικείο φόρεμα.Ital. Vestito).
Βεστάγια (η): Γυναικεία ρόμπα (Ital. Vestaglia).
Βεστιέρα (η): Ρόμπα .
Βέτζες ,Ισβέτζες : Στη θέση του. (Ital. Vece).
Βετούλης (ο) Έφηβος.
Βήσαλο (το): Σπασμένο και αιχμηρό κομμάτι.
Βιατζάρω : Ταξιδεύω (βλ. Βιάτζο).
Βιάτζο (το) : viaggio (Ιταλ. ταξίδι κυρίως για δουλείες «έκανε βιάτζα ολη μέρα » .
Βιβάρι (το): Ιχθυοτροφείο (Ital. Vivaio).
Βίβες (οι): Προπόσεις (Ital. Viva).
Βίγλα (η): Επιμέλεια , φροντίδα , επιτήρηση, Παρατηρητήριο . (Ital. Vigilato).
Βιδέλο (το): Δέρμα για σόλες παπουτσιών (Ital. Vittello=Μοσχαρίσιο δέρμα).
Βίδιο (το): Άλλη φορά.
Βιζιγάντι (το) Κατάπλασμα.
Βίζιτα (η): Επίσκεψη (Ital. Visita).
Βίκα (η): Ταμιτζάνα.
Βίκος (ο): Ζωοτροφή.
Βιλάνος (ο): Άξεστος χωριάτης (Ital. Villano).
Βιλάρι (το): Τόπι υφάσματος.
Βινιέτα (η): Διακοσμητικό περίγραμμα – Σχέδιο (Ital. Vigneta).
Βιντινέλα (η): Χονδρό ύφασμα (Ital. Vitina = Κορσές).
Βινώ : Συνουσιάζομαι παράνομα (Παξοί);;;;;;;
Βίρα (η): Βέρα . (Ital. Vera ).
Βιρβιρίκι (το): Θυλίτσα από κλωστή.
Βιρτσίνος (ο): Χρεωμένος
Βίτζο (ο): Αντιπλοίαρχος (Ital. Vice).
Βίτος (ο): Αρσενικό περιστέρι .
Βίτσα (η): Ξύλινη βέργα .
Βιτσιτσιόλι (το): Μικρό πουλάκι.
Βλησίδι (το): Κόσμημα που προσφέρεται στη νύφη – Τάμα σε εικόνα (Παξοί) .
Βόγα : Κάνε κουπί-Λάμνε μπροστά.
Βογγύλι (το): Χονδρό κομμάτι , λέγεται και για το νερό που τρέχει.;;;;;;;
Βολά (η) : Φορά ( θα έρθουμε μία άλλη φορά ).
Βόλε ντα βόλα Διπλοραμμένα παπούτσια;;;;
Βολεί (μου): Με βολεύει.
Βολήμι (το): Το μέταλλο Μόλυβδος .
Βολίμι (το): Μόλυβδος.
Βολίμι (το): Το μέταλλο Μόλυβδος.
Βόλτα ντί πάλο : Ναυτικός κόμπος.
Βολτατέστα (η): Συνένωση κατασκευής γείσου υπό γωνία (Ital. Voltare-Testa).
Βολτετσάρω Κάνω άσκοπες περιπλανήσεις (Volteggiare=Στριφογυρίζω).
Βόλτο (το): Ο θόλος , οι καμάρες (Ital. Volta).
Βόλτο (το): Τοξοειδής κατασκευή στις εισόδους των σπιτιών .(Ital. Volto= Εξωτερική όψη ).
Βοντεσπίτσιο (το): Προεξοχή με παράθυρο από τα κεραμύδια της σοφίτας.(Ital.
Βοραντζένα (η): Φυτό – Βούγλωσσο;;;;;;;;;;
Βόρδονας (ο) εξώγκομα , ερεθισμός του δέρματος.
Βόρδονας (ο): Πρήξιμο από τσίμπημα εντόμου.
Βούκιθρο (το): Ηλιάνθεμο.
Βούλτα (τα): Κόπρανα Γαϊδάρου.
Βουλτοκάβαλα (τα): Κόπρανα Γαϊδάρων.
Βούλωμα (το): Πώμα
Βουντζουριχτός (ο): Τρεχάτος.
Βούντουλα (η): Τράτα όπου τα δίχτυα τα μάζευαν με τα χέρια.
Βουρδούλιο (το) : Ρεζίλι.- φασαρία – θεατρινισμοί.
Βουρλιάζω : Περνάω την κλωστή στην βελόνα .
Βουρλίνια (τα): Νεύρα.
Βουρλισιά (η): Τρέλα.(Ital. Burla = Περιπαιγμός).
Βουρλισιά (η): Τρέλα (Ital. Burla =Αστειότης).
Βουρλισμένος (ο): Τρελός (Ital. Burlare = Περιπαίζω – Αστειεύομαι).
Βουρλιταριό (το): Τρελοκομείο.
Βουτζί (το) Μεγάλο βαρέλι (Παξοί).;;;;;;;;;;;
Βουτιτσέλι (το): Πουλί των λιμνών που βουτάει για να βρεί ψάρια.
Βούτσι (το): Μικρό βαρέλι κρασιού.
.
Βραγιά (η): Αυλάκι για φύτεμα.
Βραγιά (η): Φυτεμένο αυλάκι χωραφιού.
Βρακί (το): Παντελόνι.
Βρακοζώνι (το): Ζωστήρας.
Βρακολινιά (η): Ζώνη παντελονιού από σχοινί (Βλ. Λινιά-Linea).
Βρακοντιές (οι): Είδος φυτού.(Παξοί).;;;;;;;;;;
Βράχλο (το): Η φτέρη.
Βρικάζω : Φωνάζω δυνατά.(Παξοί). ;;;;;;;;;;;;;;;
Βρυνίλας (ο): Ακροποταμιά με βρύα.
Βρυσίδι (το): Κεφάλαιο. ;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;
Βύσαλο (το): Το βότσαλο


Γ


Γαδίνι (το): Φλυτζάνι του τσαγιού.
Γαδίνι (το): Λεκανάκι.
Γαδίνι (το): Νιπτήρας (Ital.Catino).
Γάζα (η): Είδος σαλαχιού.
Γαζέτα (η): Παλιό Ενετικό νόμισμα ίσο με δύο ενετικά σόλδια.
Γαιδουρόσπιγγος (ο): Πουλί λίγο μεγαλύτερο από το σπίγγο και λίγο κόκκινο χρώμα στην κοιλιά.
Γαλάρα (η): Καθαρή .;;;;;;;;;
Γαλάρι (το): Το γουρούνι.
Γαλαρία (η): Ο εξώστης του θεάτρου (Ital. Galleria?????).
Γαλατζίτες : Αγριολάχανα.
Γαλδίδος (ο) Εφοδιασμένος έτοιμος για χρήση. (Ital. Guarnire);;;
Γαλδιμέντο (το): Έτοιμο για χρήση.
Γαλεότα (η): Πολεμικό πλοίο.
Γαλετίνες (οι) : Μπισκότα (Ιταλ.galleta ).
Γάλικο (το): Το πουλερικό Γάλος (Ital. Gallo =Αγριόγαλος).
Γαλιόνι (το): Πλοίο εξοπλισμένο για την μεταφορά πολύτιμου φορτίου.
Γαλιουρίζω Δεν βλέπω καθαρά. ( « Παίζει» το μάτι μου ).
Γαλιουρίζω : Η αίσθηση του τρεμουλιάσματος στο μάτι .
Γαλιφιά (η): Κολακεία (Ital. Gagliofferia).
Γαλόνι (το): Μονάδα μέτρησης βάρους ίση με 4 κιλά.
Γανάσα (η): Σιαγόνα (Ital. Ganascia).
Γανιές: Μαύροι λεκέδες , καρβουνιές
Γαντζάος (ο): Καίκι με δύο άλμπουρα.
Γαντιέρα (η): Δίσκος σερβιρίσματος (Ital. Guantiera).
Γαρδέλι (το) : Ωδικό πουλί (η γνωστή καρδερίνα).
Γαρδινιέρα (η): Κρεμαστή σιδερένια βάση για γλάστρες (Ital. Giardiniera).
Γάρμπα (η): Ράτσα μουριάς.
Γαρμπίνος (ο): Γαρμπής ,Ν-Δ Άνεμος (Ital. Garbino).
Γάρμπο (το): Φλέρτ. (Ιταλ. Garbo - Χάρις , ευγένεια ).
Γαρμπόζα (η): Η αγαπητικιά.- ερωμένη
Γαρμπόζος (ο): Ερωτύλος. (Ital. Garboso).
Γαρμπούνι (το): Η ασθένεια Άνθραξ. (Ital. Garbone =Κάρβουνο).
Γαρούνας (ο): Φόβητρο για τα μικρά παιδιά.
Γαστάλδος (ο): Αυτός που αναλαμβάνει υποθέσεις άλλων.;;;;;;;;;;;;
Γαστρί (το): Δοχείο για να πίνουν οι κότες (Γάστρα).
Γάτος (ο): Γατόψαρο στρογγυλό λαίμαργο ψάρι με μυτερή λόγχη στη ράχη.
Γατσίνι (το): Γατάκι (Παξοί).
Γατσούλι (το): Γατάκι (Γύρου).
Γδώνω : Τεντώνω – Ξεχειλώνω.
Γελές (ο): Γιλέκο (Ital. Gile).
Γενατσούρια (τα): Η ημέρα της γέννησης.
Γένημα (το): Καλαμπόκι.
Γεντέκι (το): Σχοινί για ρυμούλκηση πλοίων .
Γεραμέντο (το): Επισκευή (Ital. Rammento).
Γερανό (το): Σκούρο μπλέ .
Γεροκουλουμίζω : Γηροκομώ (βλ.Κουλουμίζω).
Γέτο (το): Η εβραική κοινότητα (Ital. Getto =Πέταγμα –ρίξιμο-απόβλητο).
Γιακέτα (η): Σακάκι. (Ital. Giacca).
Γιαλοράκι (το): Ρακοπότηρο (Παξοί).
Γιάξε : Κοίταξε (Παξοί).
Γιαπούντζα (η): Μακρύ και βαρύ , καθημερινό παλτό των αρχόντων. (πιθανόν να ονομάστηκε έτσι έπειδή έμοιαζε με το ανάλογο Γιαπωνέζικο παλτό).
Γιαπράκια (τα): Γιουβαρλάκια (Παξοί).
Γιάτο : Νάτο (Παξοί).
Γιατσάδα (η): Παγωνιά – Κρυάδα (Ital. Ghiaccata = ποτό με πάγο).
Γιάτσο (το): Παγωμένο (Ital. Ghaccio).
Γιόμα (το): Μεσημεριανό φαγητό.
Γιομάρι (το): Φόρτωμα ξύλα.
Γιομίζω : Γεμίζω (Γιομώζω στους Παξούς).
Γιότσα (η): Έπιπλο σαλονιού.;;;;;;;
Γίοτσολα (η): Κονσόλα σπιτιού.
Γιουδιστόν : Απόφαση (Ital. Giudicato).
Γιούλιο (το): Μενεξές .;;;;
Γιους Πατρονάτους : Δικαίωμα επι εκκλησιαστικού κτήματος παραχωρηθέντος από το Βενέτ. Δημόσιο.
Γιουστάρω : Τακτοποιώ (Ital. Aggiustare).
Γιοφυλλί (το): Μώβ έντονο ανοιχτό.
Γισταμέντο (το): Συμφωνία για τακτοποίηση λογαριασμού (Ital. Aggiustamento).
Γκαιδός (ο): Ο πάσχων από στραβισμό.
Γκανιότα (η): Δοχείο χρημάτων σε χαρτοπαιχτικές λέσχες.
Γκαντζέλος(ο): ο Ερωτοτροπών ,ο αγαπητικός ,ο κορτάκιας. (Ital. Ganzo – Gantzelo-Gantzelino).
Γκενεράλ (ο) Επίτροπος – πληρεξούσιος. (βλ. Γκενεράλης).
Γκενεράλης (ο): Στρατηγός – αρχηγός (Ital. Generale).
Γκέσο (το): Κιμωλία (Ital. Gesso – Ven. Zesso).
Γκέσο ντε πρεζα (το): Γύψος (Gesso di presa = Γύψος συγκράτησης).
Γκέτο (το): Σιδερένια μισοστρογγυλη πόρτα φούρνου (Ven. Geto).
Γκιορνάδα (η) : Το μεροκάματο (Ιταλ. Giornata : ημέρα ).
Γκίοτσα (η): Ξύλινο έπιπλο σπιτιού ,κονσόλα (Ven. Giozza).
Γκίουρμο (το): Ώριμο.
Γκιούστος (ο): Ακριβοδίκαιος (Ital. Giusto).
Γκιράντολα (η): Περιστρεφόμενο σιδερένιο στήριγμα παραθύρου (Ital. Girante , Ven. Zirandola=Στροφέας).
Γκιώνης (ο): Μεγάλο πουλί αρπαχτικό.
Γκιώνης (ο): Κουκουβάγια.
Γκλάρος (ο): Ο λάρυγγας.
Γκλόρια (η): Θρίαμβος –εξαιρετική στιγμή (Ital. Gloria = Δοξαστικός ύμνος).
Γκόγκλα (η): Η Ζώνη που πιάνεται στην κοιλιά του γαιδάρου.
Γκόγκλα (η): Κυμάτισμα .
Γκόγκλα (η): Στροφή.
Γκόγκλες (οι): Κυματισμοί.
Γκόγκλες (οι): Στιφογυρίσματα.
Γκοζάρω (η): Γριά προβατίνα.
Γκόθρικας (ο) : Το πρώτο γάλα.
Γκόν : Υπερβολική μέθη (Αγγλ. Gone – Go – «Έφυγε» ).
.
Γκότζα (η) Γέρικη προβατίνα.
Γκουτζερές (ο): Γανωματής
Γκράντε μεστεριόζος (ο) Πολύ μυστηριώδης . (Ital. Grande musterioso).
Γκρατσίολα (η): Χαριτωμένη , πνευματώδης (Ital. Graziosa).
Γκρουζιά (η): Άγριος θάμνος με κίτρινα φύλλα και άσχημη μυρωδιά.
Γκρούζω : Μουγκρίζω. “Γκρούζει σαν το γαλάρι”.
Γκώνω – Έγκωσα : Βαρυστομάχιασα – Φρακάρησα.
Γλάρουγκας(ο): Λαρύγγι.
Γλέπεις : Βλέπεις.
Γλητσίνα (η): Αναρριχητικό φυτό.
Γλίμα (το): Κομμάτι σαπουνιού.
Γλίνα (η): Λάσπη.(Παξοί).
Γλίτσα (η): Σκουλήκι για ψάρεμα.
Γλούπος (ο): Το λαρύγγι- (Μεταφ. Αυτός που τρώει πολύ).
Γλυκάδι (το): Ξύδι (Παξοί).
Γλυκάδι (το): Οι αδένες του αρνιού στο λαιμό που αγοράζουμαι μαζί με με την συκοταριά. (Γύρου- Όρος).
Γλυκολάχανο (το): Ήμερο λάχανο.
Γοβέρνο (το): Κυβέρνηση .(Ital. Governo).
Γογγύλη (το): Κομμάτι κορμού δένδρου. (Αρχ. Γογγύλην).
Γοδέμπελος (ο): Πρόσχαρος (Ital. Godibile).
Γοδέρω Ευχαριστιέμαι – απολαμβάνω. (Ιταλ. Godere).
Γοδιμέντο (το): Ευχαρίστηση (Ital. Godimento).
Γοδιμεντόζος (ο): Γλετζές (Ital. Godimentoso).
Γόμπα η Σγούμπα (η): Καμπούρα (Ital. Gobba).
Γορδελάρω Ενώνω με χονδρή κλωστή ή ράβω κορδέλα στην άκρη του υφάσματος .
Γουαντιέρα (η): Δίσκος ;; Σερβιρίσματος;;;;;;;;
Γουζιός (ο): Τσαλαπετεινός (Λευκίμμη – Παξοί).
Γούζο (το): Δικό μου , προσωπικό (Ital. Uso).
Γούζο μου : Για τον εαυτό μου.
Γούζω (το): Πείσμα.
Γουλάδα (η): Δρόμος λιθόστρωτος με στρογγυλές πέτρες (γούλους).
Γουλί (το): Μικρή στρογγυλή πέτρα
Γουλίζω : Τρίβω το χταπόδι πάνω σε μια πέτρα..
Γουλοζιτά (η): Λαιμαργία (βλ. Γουλόζος).
Γουλόζος (ο): Λαίμαργος (Ital. Goloso).
Γουλοκόφινο (το): Κοφίνι ενισχυμένο για τη μεταφορά της πέτρας από τους οικοδόμους.
Γούλος (ο): Πέτρα στρογγυλή.
Γουλοφάης (ο): Ουλίτιδα .
Γουργούρι (το): Περισυλλογή.
Γουρουνοσακούλα (η) Καπνοσακούλα κατασκευασμένη από την ουροδόχο κύστη του γουρουνιού
Γούσα (η): Διατομή κορνίζας (Ital. Guiscio = Κέλυφος,Σκελετός, Σκαρί).
Γουτζί (το): Γουρουνόπουλο.
Γράβα (η): Σπηλιά. (Αγγλ. Cave-cavern. Ιταλ. : caverna ).
Γραβαλίζω : Στρώνω το χώμα με τσουγκράνα .
Γράβαλος (ο): Τσουγκράνα.
Γραέλα (η): Σιδερένια σχάρα (Ven. Graela).
Γράζω Φωνάζω.
Γραμπαούλι (το): Άγκυρα βάρκας.
Γρανίτσα (η): Ψιλό χαλάζι (Ital. Grana Granita = Κόκκος).
Γραντζέουλα (η): Καβουρομάνα;;
Γραντζέουλα (η): Μουντζουριά.
Γρεγολεβάντες (ο): Ανατολικός προς νότιος ανεμος. (Ital. Greco Levante). Προφανώς επειδή ο Ιταλός βλέπει αυτόν τον άνεμο να έρχεται από την Ελλάδα.
Γρέμπα (η): Ξερολιθιά.(Ital. Greppo = Γκρεμός ).
Γρέντα (η): Το κάτω μέρος της Ζυφταριάς. (Παξοί).
Γρέπετο (το): Κατηφορικός λόγγος-αγρίωμα.
Γρετζεούλης(ο): Σατανάς.(Βελζεβούλ;;;)(Γύρου).
Γρέτζο (το) Άγρια επιφάνεια. (Ital. Greggio=Aκατέργαστο).
Γρίλα (η): Το γουργουρητό της κοιλιάς από πείνα (Ital. Grillo=Χωρίς φαγητό).
Γριλίτσα (η): Ηλίαση.
Γριτσόρα (η): Αγριολάχανο.
Γροβολιά (η): Αγριοδαμασκηνιά.
Γρόγγος η Δρόγγος (ο): Το ψάρι Μουγκρί (Ital. Grongo).
Γροπέτο (το): Φιαλίδιο ;;;;;;;;;;
Γρόσα (η): Μία γρόσα ισοδυναμούσε με 145 κομμάτια όπως η Ντουζίνα ισοδυναμεί με 12.
Γρότα (η): Σπηλιά , τρύπα (Ital. Grotta).
Γρουδιένω : Ζαρώνω από την πολύωρη παραμονή στο νερό.
Γρούζω : Γουργουρίζω.
Γρουμπανιά (η): Πέσιμο (Παξοί).
Γρουμπούλι (το): Εξόγκωμα του δέρματος.
Γρουμπούλι (το): Δερματικό εξόγκωμα (Ital. Groppo – Groppone =Κόμπος - καμπούρα).
Γρούνι (το): Γουρούνι.
Γρουνοτσάρουχο (το): Παπούτσι από ακατέργαστο δέρμα χοίρου και γκέτα από γούνα για τη βαρυχειμωνιά
Γρουτζιά (η) Αγριόφυτο με κίτρινα λουλούδια , θεραπευτικό για την αιμορραγία.
Γρούψα (η): Δίψα (Λευκίμμη-Παξοί).

Δ



Δάγα-Δάγα : Γρήγορα – Γρήγορα
Δάγο : Αργά, σιγά (Ital. Adagio).
Δαιμοναριά (η): ¨Ένα φυτό ;;;;;;;;;;(Υοσκύαμος).
Δάντσια (η): Φόρος (Ital. Dazio).
Δάρτης (ο): Εργαλείο για το κοπάνισμα του σιταριού.
Δάρτης (ο): Κουρασμένος (Παξοί).
Δαρτό νερό (το): Πολύ δυνατή βροχή.
Δαυλί Καιόμενο ξύλο- μεθυσμένος πάρα πολύ. ( «αυτός έγινε δαυλί).
Δαφνίλας (ο) Τόπος με δάφνες.
Δείλια (η): Τάση για λιποθυμία-αδυναμία.
Δεκαοχτούρα (η): Ένα είδος γκρίζου περιστεριού
Δεκουτζιόν : Αμέσως;;;;;;;;;;;;;;
Δεκρέτο (το): Απόφαση-ψήφισμα (Ital. Decreto).
Δεκρετσιόν (η): Διάκριση (Ital. Discrezione).
Δελεγάτος (ο): Εντεταλμένος.(Ital. Delegato).
Δελέγκου : Γρήγορα , αμέσως (Ital. Di luogo).
Δελίτο (το): Μεγαλόσωμο.
Δεμπιτόρος (ο): Οφειλέτης (Ital. Debitore).
Δενόντσια (η): Ιατρική έκθεση;; (Ital. Denunzia = Γνωστοποίηση).
Δεντρόβαλος (ο): Δεντρογαλιά(είδος φιδιού)
Δεποζιτάρω : Παρακαταθέτω (Ital. Depositare).
Δεπόζιτο (το): Παρακαταθήκη (Ital. Deposito ).
Δεπουτάτος (ο): Εξουσιοδοτημένος (Ital. Deputato = Βουλευτής).
Δεροτόρος (ο): Διευθυντής (Ital. Direttore).
Δεσγούτο (το): Δυσαρέσκεια (Ital. Disgrato-Disgusto=δυσαρέσκεια – αηδία ).
Δεσμπόρσο (το): Δαπάνη (Ital.Disborso ).
Δεσπέτο (το): Πείσμα. (Ιταλ. Per Dispeto).
Δεσπουτάτος (ο): Ηγεμόνας (προφανώς προέρχεται από το Δεσποτικός Δεσποτάτο της Ηπείρου.
Δεστεμέλι (το): Ζώνη.
Δεστινάρω : Στέλνω , Κατευθύνω (Ital. Destinare).
Δέστρος (ο): Επιδέξιος (Ital. Destro).
Δεστρούτο (το): Λειωμένο χοιρινό λίπος (Ital. Strutto).
Δεσφιλάδο (το): Εξεφτελισμένο (Ital. Vile = Δειλός ,άνανδρος, εξεφτελισμένος).
Δήλησε : Βγήκε αληθινό (Μου δήλησε το όνειρο).(Παξοί).
Δήλισε : Πραγματοποιήθηκε (το όνειρο).
Διαβατάρης (ο): Περαστικός.
Διάγκιλος (ο): Διάολος.
Διάκαμπο (το): Στη μέση του κάμπου.
Διάκοιλος (ο): Κοιλιακό νόσημα.
Διακόνι (το): Ζητιανιά.
.
Διακονιάρης (ο): Ζητιάνος.
Διαλυμάτο (το): Χύμα (Τσιγάρα διαλυμάτο).
Διαμάσχαλα : Κάτω από την μασχάλη.
Διάνα (η): Λευκή (Παξοί).
Διάργυρος (ο): Ο υδράργυρος. (και ως κατάρα : «Στάχτη και διάργυρος» Δηλ. Ας διαλυθούν όλα.
Διάσκατζε : Δεν βαριέσε.
Διάσκατζος (ο): Διάβολος.
Διάσωνας (ο): Μολυσμένο σπυρί.
Διατσέντο (το): Υάκινθος (Ital. Giacinto).
Διγόνι (το): Το τελευταίο τέκνο της οικογένειας.
Δίημα : Πολύ σημαντικό – Αφήνει εποχή.
Δικιαρίζω η Δεκιαράω : Δηλώνω (Ital. Dichiarare ).
Δίκοπη (η): Γεωργικό εργαλείο που από την μια μεριά ήταν τσαπί και από την άλλη τσεκούρι.
Δίρετα (τα): Δίκαιώματα (Ital. Diritto ).
Δίρετος (ο): Κατ’ ευθείαν.(Ital. Diretto – Diritto ).
Δίριτο (το): Δικαίωμα , ορθό ,ισιο (Ital. Diritto).
Διστρηγάρω Εξηγώ (Ital. Distrigare).
Διτζεδέρω : Αποφασίζω (Ital. Desidere).
Δίτολο (το): Τίτλος (Ital. Titolo).
Δόγα (η): Βαρελοσανίδα (Ital. Doga).
Δογάνες (οι): Δασμοί (Ital. Dogana).
Δόγες (οι): Κομμάτια (μάλλον προέρχεται από τα σανίδια του βαρελιού).
Δονατσιόν (η): Δωρεά (Ital. Donazione).
Δόνικα : Λοιπόν.
Δόνκα Ναι - Βεβαιωτικό μόριο.
Δόνκα Σκέψου. ;;;;;
Δοντούρα (η): Το δόντι τραπεζίτης.
Δόπιος (ο): Σταυρωτός, διπλός (Ital. Doppio).
Δοράκινο (το): Ροδάκινο (Ital. Duracino =Με τη σάρκα κολλημένη στο κουκούτσι)
Δοτερία (η): Ρητορεία (Ital. Oratoria).
Δοτόρος (ο): Γιατρός (Ital. Dottore).(βλ. και Τοτόρος).
Δουκάτο η Δουκατόνι (το): Χρυσό νόμισμα υποδιαιρούμενο σε μαρτσέλους και σόλδια.
Δουρατούρος (ο): Μακρόβιος , διαρκής (Ital. Duraturo).
Δουράω : Αντέχω στο χρόνο (Ital. Durare).
Δραγάτης (ο): Αγροφύλακας.
Δράζει : Στάζει , Έχει διαρροή.
Δραξιά (η): Σταγόνα (Παξοί;;;).(Ital. Goccia;;;;
Δρόγκος (ο): Το ψάρι Μουγκρί.
Δρόπακας (ο): Υδρωπικία.
Δροτσίλας (ο): Τα σπυθουράκια που προκαλούνται από υπερβολική ζέστη
Δυάργυρος (ο): Υδράργυρος.
Δυναμάρι (το): Στήριγμα

Ε




Έβγαση Έξοδος. (Αρχ. Εκβαίνω).
Εγγιστάρω : βλ. Αγγιστάρω.
Έγιανε : Έγινε καλά.
Έγκαψη (η): Φλόγωση (Αρχ. Εγκαίω).
Εγκώμιο (το): Πείραγμα (Αρχ. Έν Κώμος).
Εδαυτού: Ακριβώς Αυτού (Παξοί).
Εδεδώ : Ακριβώς εδώ.(Παξοί).
Εδεκεί: Ακριβώς Εκεί. (Παξοί)
Εδούρησε (δεν) : Δεν κράτησε πολύ-
Εθαραπάικα : Ευχαριστήθηκα.
Είδισμα : Τίποτα (Παξοί).
Είμητα : Εκτός αν ( Αρχ. Ει μη ).
Εκουϊστάδος (ο): Βλ. Ακιστάδος
Εκουτσούριανα : Πάγωσα .
Εκτενταρίζομαι : Καθαρίζομαι.
Ελεγάω : Ελεώ .
Ελόου μου : Εγώ προσωπικά( Από: Του Λόγου μου).
Ελώου μου, σου , του : Εγώ , η αφεντιά μου.
Εμπασοεκβατήριον (το): Είσοδος σπιτιού.
Εμπετσάρω : Παρενοχλώ (Ital. Impacciare).
Εμπιστιάνα : Επί πιστώσει (Αρχ. Εν Πίστει ) βλ. Μπιστιού.
Έμπλασε : Έπιασε. (Παξοί).
Έμπο : Καταιγίδα (Ital. Temporale);;;
Ενεξεκουτσιόν (η): Εκτέλεση. (Ital. Esecuzione).
Ένιαξε : Μάζεψε , Μίκρυνε.
Ενόδος (ο): Ετοιμοθάνατος (Αρχ. Εν Οδώ).
Εντεπόζιτο (το): Παρακαταθήκη (βλ. Δεπόζιτο ).
Έντεσα : Σκόνταψα –πιάστηκα από κάπου.
Εντιματσιόν (η): Δήλωση , Αίτηση, ;;;; (Ital. Entizione = Έκδοση ).
Εντράδα (η): Εισόδημα ( Ital. Entrada).
Εξαγλίστρησα : Γλίστρησα.
Εξαμιναδόρος (ο): Ελεγκτής (Ital. Esaminare = Ελέγχω ).
Εξάτο (το): Έκτο .
Εξεκουτσιόν (η): Εκτέλεση ( Ital. Esecuzione).
Εξενού (είναι ) : Είναι στον κόσμο του.
Εξεπόχτησα : Ξεθεώθηκα – Κουράστηκα πολύ.
Εξεποχτίστηκε : Πέθανε (κυριολεχτικά;;;).
Επάθιασα : (Με πάθιασες). Κοντεύω να πάθω ασφυξία από τη βρώμα.
Έπλασε Ζούλιξε – Έλιωσε Από την πίεση (Γύρου ,Όρος , Μέση).
Εργάνι (το): Ξύλινο εργαλείο του ελαιουργείου (Αρχ. Γέργανον;;;).
Ερημοκουνάρητο (το): Το αλητόπαιδο.
Εριάστηκα : Ξεπάγιασα (Παξοί).
Εριγγέρω : Παρίσταμαι (Ital. Fingere).
Ερούτσωσε Πείσμωσε , θύμωσε , μούτρωσε (Ital. Ruzzo). (Του είπα κάτι και αυτός ερούτσωσε )
Ερσεβέρω : Αποδέχομαι (Ital. Concedere).
Έρτα (η): Τα πλαίσια γύρω από τις πόρτες και τα παράθυρα που εξέχουν (Ven. Erta).
Ερωτιζάμενος (ο): Ερωτώμενος (Κρητικό).
Εσάκιασε : Νερούλιασε-χωρίς δυνάμεις.
Εσινιάρισα : Σημάδεψα.
Εσπανιάρισε Κλώτσησε -(χαλασμένο σπείρωμα Βίδας ).
Εσπόρσο (το): Πληρωμή (Ital. Sborso).
Έσσωπος (ο): Αρωματικό φρύγανο (Αρχ. Ύσσωπος).
Έστρα : Οίστρος , έμπνευση .
Εστρυμποχνιάστηκα : Στεναχωρήθηκα
Εσύ ο ίδιος : Εσύ. ( « Τι λες εσύ ο ίδιος;»).
Εσφαγιουδιτσάλ : Εξώδικο ( Ital. Estragiudiziale).
Έσωσα : Τελείωσα.
Ετάρδησα : Με βρήκε η νύχτα στο δρόμο.(Ital. T;ardi).
Ετζαμινάρω : Εξετάζω (Ital. Disaminare).
Έτι : Μόλις. (Παξοί).
Ετο Νάτο.
Έτο : Νάτο.
Ετσούκλωσε : Γέμισε το στομάχι (Παξοί).
Ετσούλωσε : Πείσμωσε.
Εφετιβαμέντε: βλ. Αφιτιβαμέντε.
Εφουτιβαμέντε : Πραγματικά .(Ital. Effittivamente).
Έχιμο (το): Ιδιοκτησία .
Ζαβό (το): Όχι ίσιο – στραβό.
Ζαίδα (η): Παραφυάδα.
Ζαίσω : Τσακίσω (Γύρου) Βλ. Βαίσω.
Ζάλωμα (το): Φόρτωμα.
Ζάμπα (η): Φρύνη- Είδος βάτραχου που ζει στα χωράφια. (Ital. Zamba = Κακοφτιαγμένο – κακογραφία).
Ζαμποφάης (ο): Φίδι που τρώει τις ζάμπες (Φρύνους).
Ζάντες (οι): Κορδέλες (Παξοί).
Ζαρονεύρης (ο): Κράμπα.
Ζαχουλιά (η): Αγριολάχανο.
Ζβίγγος (ο): Λουκουμάς .
Ζγούρος (ο): Ζβούρα.
Ζέγκουνας (ο): Αγριολάχανο.
Ζεματούλι (το): Παπάρα από όσπρια και γάλα.
Ζεματούρα (η) Ζεστή φασολάδα.
Ζεματούρα (η): Σούπα , ζουμί με βουτηγμένο ψωμί.
Ζερβελιά (η): Βερυκοκιά (Παξοί).
Ζερνίζει : Πάει λοξά.
Ζήμα (το) Ο πολτός από την σύνθλιψη της ελιάς η του σταφυλιού.
Ζιάζω : Ζυγίζω.
Ζιφταριά (η): Ξύλινο πιεστήριο λαδιού και κρασιού.
Ζίφω Στίβω.
Ζιψιά (η): Πολύ βρεγμένο. (τα ρούχα του ζίφονται).
Ζμούσο (το): Φαλτσογωνιά σε ξύλο η τοίχο (Ital. Smusso=άμβλυνση).
Ζμπερλάδος (ο): Τρελός , ανισόρροπος (Ital. Sbilanciare).
Ζμώνω : Ζημώνω.
Ζοντάδα (η): Έδαφος με πολλά νερά.
Ζορκάδι (το): Το γυμνό .
Ζορκόκωλος (ο): με γυμνά οπίσθια Ζορκολαίμα (η): Κότα με γυμνό λαιμό.
Ζορκολαίμης (ο): Γυμνόλαιμος κόκκορας.
Ζόρκος (ο): Γυμνός.
Ζουγκλός (ο): Παράλυτος , ημιπληγικός (Αρχ. Ζάγκλον).
Ζούλα (η): Προβατίνα (Παξοί).
Ζούλο (το): Ώριμο φρούτο.
Ζούπα (η): Πηγμένο γάλα με ψωμί.
Ζυφταριά (η) Πιεστήριο χειροκίνητο για τις ελιές.(Παξοί).
Ζύφω : Στίβω – Πιέζω.
Ζώση (η): Η πάνινη
ζώνη από την παραδοσιακή κερκυραϊκή στολή Των ανδρών.
Ζωφό (το): Στιφό (Παξοί).
Ζώφους : Φέρνει αέρα κατά διαστήματα.
Ζωχιός (ο): Αγριολάχανο.



Η




Ήβρεγμα (το): Θα το έχω έτοιμο (Θα τόχω ήβρεγμα ) (Παξοί).
Ήλιακας (ο): Κόκκινο χταπόδι που γίνεται λιαστό.
Ηλιοκαμπίδα (η): Φωτεινός χώρος.
Ηλιόκριση (η): Πανσέληνος η το γέμισμα του φεγγαριού.
Ήμα : Ήμουν. (παξοί).
Ημέρωμα (το): Ξεχερσωμένο χωράφι.



Θ


Θανασούλη : Παλιός χωριάτικος χορός.
Θανατήτας (ο): Πολύ μεγάλη παγωνιά.
Θανατίτας (ο): Θανατικό .
Θαραπάηκα : Ευχαριστήθηκα.
Θεατρίζομαι : Ρεζιλεύομαι.
Θέατρο (Έγινα): Ρεζιλεύτηκα.
Θελέσπια (η): Μεγάλη (Παξοί).
Θέλημα (το): Εξυπηρέτηση.
Θέρμη (η): Πυρετός.
Θερμός (ο): Βραστό νερό.
Θερμούτσα (η): Αναμμένα κάρβουνα .
Θηκάρι (το): Γιλέκο Ανδρικό της παραδοσιακής κερκυραικής στολής.
Θηλίκια (τα): Κορδόνια (Παξοί).
Θηλύκι (το): Κουμπότρυπα (Θύλη).
Θηλυκώνω : Κουμπώνω.
Θίναλο (το): Αμμουδερό παραθαλάσσιο μέρος (Αρχ. Θίς).
Θλιβερός (ο): Δύστυχος .(Παξοί).
Θράσιο (το): Άπαχο ζώο.
Θράσιο(το): Ολοκληρωτικό – Τελειωτικό.
Θράσιος (ο): Εντελώς χαζός.
Θράσιος (ο): Τελείως άχρηστος.
Θράσιος (ο): Νηστικός;;;;;;;;;;;;;;;;
Θράσιος (ο): Άνοστος , Σαθρός , Σάπιος.
Θρονιάζομαι : Σρογγυλοκάθομαι .Κάθομαι αναπαυτικά
Θρονιάσου : Κάθισε (Προστ. και με εκνευρισμό).



Ι


Ίγγερα : Άκρη – Άκρη (Παξοί).
Ιγγλεζίνες (οι): Καμώματα . (Παξοί).
Ίγκια – Ίγκια : Άκρη – Άκρη (Παξοί).
Ιμαντινιέρω : Διατηρώ (Ital. Mantenere).
Ιμιτάρω : Μιμούμαι (Ital. Imitare).
Ιμπάντο (το): Εγκατάλειψη (Ital.Abbandonare).
Ιμπάρκο (το): Επιβίβαση (Ital. Inbarco).
Ιμπατσάρω : Ρισκάρω (Ital. Impazzare = Τρελαίνομαι).
Ιμπενιάρω : Δεσμέυομαι , Εγγυώμαι.(Ital. Impeghare).
Ιμπένιο (το): Εγγύηση (Ital. Impegho).
Ιμπετσίλες (ο): Ανόητος (βλ. Ιμπετσιλιτά).
Ιμπετσιλιτά (η): Τρέλα, Μωρία , Ανοησία. (Ital. Impeccabillita).
Ιμπιάντο (το) Εξοπλισμός (Ital. Impianto = Εγκατάσταση πχ. Ηλεκτρική).
Ιμπιτζάρομαι : Αναμειγνύομαι. (Ital. Impiccione).
Ιμποστόρος (ο): Απατεώνας.(Ital.Impostore).
Ιμποστούρα (η): Κατηγορία – Συκοφαντία. (βλ. Ιμπουτατζιόν).
Ιμπουτάρω : Κατηγορώ – Σπιλώνω. (βλ. Ιμπουτατζιόν).
Ιμπουτατζιόν (η): Κατηγορία (Ital. Imputazione).
Ιμπρέζα (η): Διαφορά ;;;;
Ιμπρέζα (το πήρα ): Αναλαμβάνω κάτι (Ital. Ripresa).
Ιμφάτο (το): Καμώματα- Παθήματα. (Ital. In-fatto).
Ιναμοράδος (ο): Ερωτευμένος. (Ital. Innamorato).
Ιναπιλάμπελε (ο): Ανέκκλητος.(Inappellabile).
Ινβεντάριο (το): Κτηματολόγιο (Ital. Inventario).
Ινβεντάριο (το): Απογραφή (Ital. Inventario).
Ινβεστίρω : Επενδύω. (Ιtal. Investire).
Ινβόζε : Επικαλούμαι (Ital. Invocare).
Ινγραβιάδος (ο): Βεβαρημένος (Ital. Gravato).
Ινκαντάρω : Εκθέτω σε δημοπρασία (Ital. Incanto).
Ινκάντο (το): Δημοπρασία (Ital. Incanto).
Ινκασάδο (το): Σκάλισμα κορνίζας ξύλου η τοίχου (Ital. Incassato).
Ινκόμοδα (τα): Ενοχλήσεις (Ital. Incomodo).
Ινκόντρο (το): Συνάντηση Εμπορική (Ital. Incontro).
Ινκουϊζίτος (ο): Κατηγορούμενος (Ital. Accusato).
Ινκουμέσιον (η): Πληρεξουσιότητα;;;;
Ινμπάντο (το): Εγκαταλελειμμένο (Ital. Inbanto).
Ινμπότα Στο λεπτό ;;;;
Ινορδίνος (ο): Σε ετοιμότητα (Ital. Ordino-are).
Ινπένιο (το): Υποχρέωση.(Ital. Impegno).
Ινπούμπλικο(το): Φανερά ,δημόσια (Ital. Inpubblico).
Ινπούντο : Ακριβώς( «ήρθες ινπούντο ).(Ιταλ. In punto ).
Ινσεράδα (η): Το αδιάβροχο πανωφόρι του ψαρά.
Ινσόμα : Επιτέλους. (Ιταλ: insomma : εν συντομία).
Ινσόμα : Συνολικά (Ital. Insumma).
Ιντεμέλα (η): Μαξιλαροθήκη.
Ιντερβενιέντε : Ιδιώτης που αναλάμβανε δικαστικές υποθέσεις με Την επίβλεψη δικηγόρου επι ενετοκρατίας.
Ιντερεσάδος (ο): Συμφεροντολόγος (Ital. Interessato).
Ιντερέσο (το) : Η νιτερέσο - Μυστικό η ενδιαφέρουσα πληροφορία.(Ιταλ. Interess-amento).
Ιντερέσο (το): Ενδιαφέρον . (Ital. Interesse).
Ιντζεκουτζιόν : Εκτέλεση (Ital. Esecuzione).
Ιντιέρος (ο): Ακέραιος (Ital. Intiero).
Ίντιμα (η): Στρωματοθήκη (Ital. Intima=Εσωτερικό , Εσώρουχο).
Ιντιμάδος (ο): Κοινοποιημένος (Ital. Intimare).
Ιντιμάρω : Κοινοποιώ.
Ιντιματζιόν (η): Κοινοποίηση.
Ιντονάδος (ο): Τονισμένος μουσικά (Ital. Intonato).
Ιντόρνου : Πέριξ – Γύρω γύρω. (Ital. Intorno).
Ιντράδα (η): Περιφραγμένη ιδιοκτησία (Ital.Intrada).
Ιντρόιτο (το): Είσοδος σκεπαστή σπιτιού.(Ital. Introito).
Ιντρομετέρω : Παρεμβάλω (Ital. Intromettere).
Ιντσεράδα (η): Αδιάβροχο ρούχο (Ital. In cerata=Κερωμένο).
Ιντσίρκα : Περίπου (Ital. Circa).
Ινφεριάδα (η): Σιδεριά παραθύρου μπαλκονιού(Ital. Inferriata).
Ινφερμάρω : Ακυρώνω ( Ital. Infirmare).
Ινφλιντζάρω : Καταχωρίζω (Ital. Inflinzare).
Ιποτεκάδο (το): Υποθηκευμένο (Ipotekato).
Ιποτεκάρω : Υποθηκεύω (Ital. Ipotekare).
Ισεστέρω : Επιμένω (Ital. Insistente).
Ίσκνα (γίνηκε) : Διαλύθηκε;;;;;
Ίσκρα (η): Τσακμάκι με πέτρα για το άναμμα της φωτιάς (Σλαυικ Iscra=Σπίθα).
Ισοστάς : Αν ίσως (Παξοί).;;;;;;;
Ισπονέρω : Ενδιαφέρομαι- Εντυπωσιάζομαι;;;;;
Ιστάντζια (η): Προσαγωγή –Αγωγή (Ιtal. Instantanea).
Ιστρουμέντο (το): Ακυρώνω (Η προέρχεται από το Ιstrumento = Εργαλείο , πιθανόν από κάποιο εργαλείο γραφείου Ακύρωσης Η από το Ristare = Σταματώ).Ιτάρω Βοηθώ (Ital. Dare – Gritare).
Ίσωμα : Τέλος πάντων.