Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω


Τ
Τ’αψήλου Κορώνα-Γράμματα, τυχερό παιχνίδι που παίζουν την Πρωτοχρονιά στον δρόμο.
Τα πάντα όλα : ΄Τα πάντα.
Τα’αψήλου : Κορώνα γράμματα.
Τα’φόντου : Χαμένο. (Ital. Fondo= βάθος)
Ταβέρσα (η): Ποδιά.
Ταβλάτσο (το): Εξέδρα ξύλινη (Ven. Tavolazzo).
Ταβλί (το): Τραπεζάκι ξύλινο.
Ταβλομαστέλα (η): Η τάβλα που έβαζαν λοξά στο μαστέλο για να πλύνουν τα ρούχα.
Ταβουλί (το): Τραπεζάκι (βλ. ταβουλομέσαλο).
Ταβουλί (το): Τραπεζάκι (Ven. Tavolin).
Ταβουλομέσαλο (το): Τραπεζομάντιλο (Ital. Tavola =Τραπέζι) .
Ταγαπιέρος (ο): «Πετράς» Μάστορας πέτρας , Λιθοξόος (Ven. Tagiàrpiero).
Τάγγι (το): Δοχείο για μεταφορά λαδιού (Μετάγγιση;;;;;).
Ταγιαδέλα (η): Τα λαζάνια (Ital. Tagliatella).
Ταγιαντίζω : Ανέχομαι μια άσχημη κατάσταση.
Ταγιάρω : Κόβω.
Τάγιο (το): Κόψιμο , κοπή (Ven. Tagio).
Τάκος (ο): Ξύλινη σφήνα (Ital. Tacco).
Τακουί η Τακουίνι (το): Πορτοφόλι .
Τάλε Κουάλε : Έκφραση που σημαίνει «το ίδιο πράγμα (Ital. Tale guale).
Ταλιαδούρος (ο): Σύρτης πόρτας που ανεβοκατεβαίνει μαχαιρωτά (Ital. Tagliatore).
Ταμπακαρθούνης (ο): αυτός που έχει μεγάλα ρουθούνια.
Ταμπάρο (το): Βαρύ παλτό (Ital. Tabarro = Μπέρτα – Χλένη).
Ταμπουρλής (ο): Τυμπανιστής (Ital. Tampuro).
Ταμπουρλονιάκαρα (τα): Όργανα ορχήστρας (νιάκαρη = αυλός).
Τανάγια (η): Τανάλια (Ven. Tanagia).
Τανκουί (το): Το πουγγί.
Τάντα (η): Αλεξάνδρα Χαϊδευτικό.
Ταπέτο (το): Χαλί (Ital. Tapetto).
Ταπέτου : Στα πεταχτά (Στοχεύοντας το πούλι στο κυνήγι).
Τάρα (η): Απόβαρο , κατακάθι (Ital. Tara).
Ταραγιάρω : Αφαιρώ το κατακάθι από το κρασί (βλ. Τάρα).
Τάραμα (το): Σύγκρυο.
Ταραντέλα Καριέρα (η): Ταχυδρομικό πλοιάριο (Ital. Tarantola Corriere).
Ταραντέλα (η): Είδος ψαρόβαρκας που χρησιμοποιεί ένα ειδικό δίχτυ (Ital. Tarantola : Η Αράχνη Ταραντούλα – Προφανώς αναφέρεται στο δίχτυ της αράχνης.
Ταρίφα (η): Απόδειξη (Ital. Tariffa).
Ταρτσέβερη (η): Σάλα.
Τάρδι η Τάρτυ: Αργά (Ital. Piu Tardi ).
Τασέλο (το): Άνοιγμα , θυρίδα (Ital. Tasselo =Κόψιμο καρπουζιού σε ένα σημείο .
Τάσκα (η): Σακίδιο ώμου (Ital. Tasca).
Τάταλο (το): Χουρμάς .
Τάτας (ο): Χαιδευτικά ο πατέρας (Ital. Tata).
Ταυλάτσο (το): Πλατιά σανίδα ή σανίδες ενωμένες.
Ταυλάτσο (το): Σανίδωμα.
Ταυλοκούνια (πάει): Κουνιέται.
Ταυλομαστέλα (η): Σανίδα για το πλύσιμο των ρούχων.
Ταφέτας η Σταφέτας (ο): Ταχυδρόμος.
Ταφόντου : Κατά διαόλου , για πνίξιμο (Ital. Fondo =βυθός).
Τέγκα (η): Το ψάρι Στείρα.
Τελατινα (η) Γυαλιστερό δέρμα (Ital. Tela-tina = μουσαμάς).
Τέλεια : Τελείως – εντελώς.
Τέλεια : Τελείως.
Τέλεια παραχώρηση (είσαι): Ανυπόφορος είσαι.
Τελέρι (το): Πλαίσιο για τοποθέτηση τζαμιού (Ven.Telèr,Ital. Telaio=Σκελετός)
Τελετάδος (ο): Ετοιμοθάνατος .
Τέμπα (η): Κοιλιά .
Τεμπίρω : Καταπραϊνω (Ital. Temperare).
Τέμπο (το): Ρυθμός( Ital. Tempo).
Τέμπολο (το): Λεπτό – Καμωμένο με λεπτομέρεια (Ital. Τemplo= Το τέμπλο της Εκκλησίας – και μεταφ. Ο Ναός της τέχνης).
Τενέλο (το): Τραπεζαρία .
Τενέντες (ο): Υπολοχαγος η Υποπλοίαρχος (Ital. Tenente). Όταν ο άνδρας Ρωτούσε τη γυναίκα του με ανακριτικό ύφος αυτή έλεγε Ειρωνικά «Ήρθε για λεζάμινα ο τενέντες» Δηλαδή ήρθε για Εξέταση ο υπολοχαγός (Εξέταση – Esami – Esaminante= Eξεταστής
Τεντάρω : Προσπαθώ πολύ.
Τέπει : Σουρώνει.
Τερακότα (η): Κεραμιδί χρώμα (Ital. Terracotta).
Τερερέ : Κρύο.
Τερεφός (ο): Ελαττωματικός , πλημμελής.
Τερίνα (η): Πήλινη πιατέλα (Ital. Terra=Γη).
Τερμινάρω : Περατώνω – Φέρω εις πέρας (Ital. Terminare).
Τέρμονας (ο): Οριακό σημείο , τέλος αγρού (αρχ. Τέρμων).
Τερτικό (το) : Κοφίνι φτιαγμένο από λυγαριές και Καλάμια , χρησίμευε και ως μονάδα Μέτρησης ( μάζεψε τέσσερα τερτίκα Ελιές )
Τερτσαδούρος (ο): Το σανίδωμα πάνω από εσωτερική σκάλα (Ital. Attrezzatura).
Τέρτσο (το): Τρίτο – Και ως μουσικός όρος , η Τρίτη .
Τέρτσο τήρο (με έφερε) : Με στρίμωξε (Ital. Terzo Tiro = Η τρίτη και καθοριστική βολή στους αγώνες σκοποβολής).
Τερτσοδούρος (ο): Το ξύλινο ταβάνι στην κορυφή μιας σκάλας.
Τέρτσος (ο): Τρίτος (Ital. Terzo).
Τέστα (η): Στάση (Ital. Testa = Και η στάση του κεφαλιού – Πόζα).
Τεστιέρα (η): Το Κεφαλάρι του κρεββατιού (Ital. Testa).
Τετάρτια (τα): Κομμάτια (Τέταρτα).
Τεταρτιάζομαι : Κομματιάζομαι (γίνομαι τέταρτα).
Τεταρτιάζω : Κομματιάζω (Χωρίζω σε τέταρτα).
Τετέρισμα (το): Θροή.
Τετράδη (η): Τετάρτη.
Τζά : Ήδη, Βέβαια (Ital. Gia).
Τζαλέτι (το): Τηγανίτα από καλαμποκάλευρο .
Τζαμάρα (η): Φλογέρα.
Τζαρδίνι (το): Κηπάριο (Ven. Zardin-giardin,Ital. Giardino).
Τζαρντίνος (ο): Κήπος με λουλούδια (Ital. Gardino).
Τζάρτζα η Σάλσα (η): Μάλλινη φούστα της παραδοσιακής γυναικείας στολής.
Τζία (η): Θεία (Ital. Zia).
Τζίνι (το): παιχνίδι,σκέρτσο,νάζι.
Τζίνια (τα): Παιδική φασαρία (Ital. Ghigno=Καγχασμός).
Τζίντζαλα (τα) Κομμάτια.
Τζίντζια (τα): Κολιέ για τη βασκανία (Ital. Cinghia=Λουράκι ).
Τζιντζίλο (το): Στραμπούληγμα (Ital. Gingillo =Μεταφ. Συστρέφω, περιστρέφω).
Τζίντζολα (η): Το ψάρι Γίλος.
Τζίντζολα (η): Τζίτζυφο (Ital. Zizzola).
Τζιογάτουλο (το): Υποχείριο ,παιχνίδι, ψεύτικο(Ital. Giocattolo).
Τζιόγος (ο): Χαρτοπαιξία (Ital. Gioco).
Τζίρος (ο): Εμπορική δραστηριότητα (Ital. Girare).
Τζίτζιρας (ο): Τζιτζίκι.
Τζιτζιφιόνγκος (ο): Φαντασμένος.
Τζόβενο (το): Χαμίνι.
Τζογάρω : Παίζω τυχερά παιχνίδια.
Τζογάτουλο (το): Κάποιος που τον περιπαίζουν (Ιταλ. Giocattolo= Παιδικό παιχνίδι.
Τζογιά (η): Παρτίδα.
Τζόγια (η): Χαρά (Ital. Gioia).
Τζόγος (ο): Τυχερό παιχνίδι.
Τζορνάδα (η): Εφημερίδα – « τόβαλε στη τζορνάδα» (Ital. Giornale).
Τζουκαριέρα (η): Ζαχαριέρα (Ital. Zuccheriera).
Τζουρνάδα (η): Μεροκάματο. (Ιταλ. Giornata).
Τζουστάρω : Παραβάλλω (Ital. Giustare).
Τζούστο (το): Ακριβώς.
Τζώρα (έγινε ) : Μέθυσε.
Τηγανίτα (η): Λουκουμάς .
Τηγανόψωμο (το): Τηγανισμένο ζυμάρι .
Τήρο (το): Αλαζονεία (Ital. Tiro : Κατά μία έννοια η Κάκή και ανέντιμη Πράξη.
Τιγανίτες (οι): Λουκουμάδες.
Τίνα (η): Μεγάλο ξύλινο βαρέλι λαδιού (Ital. Tino =Κάδος για πάτημα σταφυλιών).
Τινέλο (το): Τραπεζαρία (Ital. Tinello).
Τιόρι : Ορίστε – Τι ορίζετε.
Τίρο (το) : Κόρδωμα,περηφάνεια.
Τίρο (το): Ύφος ,φόρα, απόσταση βολής (Ital. Tiro = Ρουφιξιά τσιγάρου, τράβηγμα, βολή).
Τισταδόρος (ο): Διαθέτης (Ital. Testatore).
Τίτολο (το): Τίτλος, αξίωμα (Ital. Titolo).
Τίτολος (ο): Τιτλούχος επίτροπος (Ital. Titolare).
Τίτουλο (το): Τίτλος (Ital. Titolo).
Τοβάλια (η): Τραπεζομάντιλο (Ital. Tovaglia).
Τοβέρσα (η): Ρόμπα.
Τογανιαρέοι (οι): Τελωνειακοί (Ital. Doganiere).
Τόκα (η): Νηνεμία .
Τοκάδος (ο): Τρελούτσικος «πειραγμένος» (Ital. Toccato).
Τοκάδος (ο): Καταπονημένος, εξουθενωμένος (Ital. Toccato=Πειραγμένος).
Τοκάρω : Χτυπώ, εξουθενώνω (Ital. Toccare).
Τόκος (ο): Άγγιγμα (Ital. Tocco=άγγιγμα).
Τόμου : Μόλις , Αφού.
Τόμπα (η): Μαρμάρινο μνημείο (Ital. Tomba=Τάφος).
Τόμπολα (η): Κλήρωση λαχείων (Ital. Tombola).
Τόντο (το): Σφαιρικό (Ital. Tondo).
Τορκί η τορκός (το): Σιδερένια στεφάνη για βαρέλια η για τροχούς κάρου(Ital. Torco = στρίβω, συστρέφω).
Τόρκολο (το): Ξύλινο στρογγυλό πιεστήριο για σταφύλια (Ital. Torcoliere= χειριστής παλαιού πιεστηρίου ).
Τορκός (ο): Το σιδερένιο τσέρκι από τον τροχό του κάρου.
Τορκός (ο): Μισοστρόγγυλο μαξιλαράκι για το πλέξιμο των μαλλιών των γυναικών.(βλ. Τορκί).
Τορναλέτο (το): Διαφανής κουρτίνα κρεβατιού για τα κουνούπια (Ital. Torno-letto).
Τορνέσια (τα): Βενετσιάνικα χάλκινα κέρματα .
Τορνέτο (το): Σιδερένιο εξάρτημα για το σχοινί των ζώων που μπορούσε να περιστρέφεται για να μην μπερδεύεται το σχοινί (Ital. Tornetto= περιστρεφόμενο).
Τόρτσα (η): Μεγάλη λαμπάδα για τις λιτανείες στριφτή (Ital. Torcetto= Βάση λαμπάδας με στριμμένα κεριά).
Τορτσόνια η Τόρτσες (τα): Οι μεγάλες λαμπάδες που συνοδεύουν την εικόνα στην Λιτανεία.
Τότενες : Τότε.
Τοτόρος (ο): Γιατρός (Ιταλ. Dottore).
Τότος (ο): Χαϊδευτικό του Θεόδωρος.
Τότσο : Λίγο. (Ital. Tozzo – Per un tozzo di pane ).
Του λόγου σου : Εσύ. (Μάλλον απρεπώς).
Τουβάγια (η): Τραπεζομάντιλο (Ital. Tovaglia).
Τουβαέλι (το): Το τραπεζομάντιλο.
Τουγάνα (η): Τελωνείο (Ital. Dogane).
Τούγιο (Με άλλο): Με άλλη δόση.
Τουλουπώσου : τυλίξου.
Τούμπα (μούρθε). Τάση για εμετό.
Τούμπος (ο): 1.Σωλήνας 2. Το σωληνοειδές γυαλί της λάμπας πετρελαίου (Ital. Tubo).
Τούρη (η): Πύργος (Ital. Torre).
Τουρκί (το): Εργαλείο για το ψάρεμα της Αληθινής.
Τουρκί (το): Σιδερένιο τσέρκι (Ital. Torcere).
Τουρλίδα (η): Αρπακτικό πουλί .
Τουρνελέτο (το): Παραβάν γύρω από κρεβάτι (Ital. Attorno al letto).
Τούτο ούνο (έχουνε το ): Κοινή άποψη (Ital. Tutto uno).
Τότσο η Τούτσιο : Πολύ μικρό (Ital. Tozzo).
Τούφος (ο): Πορώδης βράχος ,Ψαμμίτης (Ital. Tufo).
Τραβαγιέρης (ο): Εργολάβος , προσωπάρχης (Ital. Travaglio = Ταλαιπωρία, κόπος).
Τραβάγιο (το): Μεροκάματο σε κάποιο έργο (Ital. Travaglio =Βάσανο , κόπος ).
Τραβάγιο (το): Κόπωση, δοκιμασία (Ital. Travaglio).
Τραβενιέρω : Μεσολαβώ;;
Τραβεντζάρω : Μεταγγίζω (Ital. Ατravasare).
Τραβέντζο (το): Μετάγγιση (Ital. Travaso).
Τραβέρσα (η): Εγκάρσιο δοκάρι (Ital. Traversa).
Τράβο (το): Δοκάρι (Ven. Travo,Ital. Trave).
Τράβο (το): Ξύλινο δοκάρι σκεπής (Ital. Trave).
Τραγκέτο (το): Θαλάσσιο πέρασμα ανάμεσα σε δυο στεριές (Ital. Traghitto).
Τρακαζήκα (η): Σάκα κυνηγού.
Τράμιο (το): Ναυλωμένο φορτηγό.
Τραμπαλάδος (ο): Ασταθής, ταλαντευόμενος (Ital. Tramballare).
Τραμπούκι (το): Καταπακτή στο ταβάνι (Ven. Trabuchèto,Ital. Trabocchetto).
Τραμπούκο (το): Δωροδοκία (Ital. Traboccare= Ξεχειλίζω )
Τρανσανζιόν(η): Συμβιβασμός (Ital. Transazione).
Τράος (ο): Τράγος.
Τραπέτσι (το): Πολύ ξινό.
Τραπέτσι (το): Πολύ ξινό.
Τρατάδα (η): Εν αναμονή (βλ. Τράτο ).
Τραταμέντο (το): Κέρασμα (Ital. Trattamento).
Τραταντσιόνος (ο): Ανάπτυξη θέματος (Ital. Trattazzione).
Τρατάρω : Κερνάω .(βλ. Τραταμέντο).
Τράτο (το): Το διάστημα , η απόσταση , το περιθώριο (Ital. Tratto).
Τράφιγο (το): Εμπόριο (Ital. Traffico).
Τράφος (ο): Χαντάκι , ξεροπόταμος (αναγρ. Τάφρος).
Τραφούδι (το): Μικρό ποταμάκι.
Τράχηλας (ο): Το πέτρινο χείλος του πηγαδιού.
Τράχτα (η): Βρώμα.
Τρεανκαρέλα (η): Άγκιστρο με τρία αγκυρίδια για ειδικό ψάρεμα (Ital. Treancorella).
Τρέγο (το): Τετράγωνο πανί πλοιαρίου.
Τρέκουλα (η) Υπογραφή.
Τρέσα (η): Μακρόστενη διακοσμητική κορδέλα για τα φορέματα.
Τρεσάρω : Τροχίζω.
Τρεσέτε η τρισέτε (το): Είδος χαρτοπαίγνιου (Ital. Tressette).
Τρεχούμενη (η):Τρέλα (μπα που να σε φαει Τρεχούμενη ).
Τρήλιο (το): Παιχνίδι τράπουλας.
Τριάγκωνο (το): Τριγωνική λίμα (Ital. Triancolare).
Τριβέλι (το): Τρυπάνι ,αρίδα (Ital. Trivella).
Τριβελίζω : Ζαλίζω κάποιον (Ital. Trivellare=Τρυπανίζω).
Τρίβουλα (τα): Ψίχουλα.
Τρίβουλο (το): Τρίμμα.
Τρικάπνιστος (ο): Τρεχάτος.
Τρικό (το): Ζακέτα.
Τρικούκουδο (το): Πολύ άσχημο.
Τρίλιο (το) Παλιό παιχνίδι με χαρτιά .
Τριμόχολο(το) Ξαφνικός αέρας – Μικρός ανεμοστρόβιλος.
Τριμπόνι (το): Είδος παλιού τουφεκιού με χονδρή κάννη που έμοιαζε με τρομπόνι (Ital. Trobbone).
Τριοντάω : Μοσχοβολάω.
Τριποσάκι (το): Ξεραμένο χόρτο που βγαίνει πολύ δύσκολα από τα ρούχα.
Τρισέτε (το): Παιχνίδι τράπουλας..
Τρίτσα (η): Ψάθινο καπέλο (Ital. Trecia = πλεγμένο).
Τριτσάνα (η): Ανατριχίλα. (ital. Arricciare) . Βλ. Αναρίτσια.
Τριτσάνα (η): Τριήμερος πυρετός (Ital. Terza = Τρίτη).
Τριτσέλι (το): Παλιό ξύλινο κρεβάτι με καβαλέτα και τάβλες.
Τριτσέλια (τα): Τρίποδα για πρόχειρο πάγκο μαστόρου και για πρόχειρο και φτηνό κρεββάτι.
Τριτσέτο (το): Κοπίδα (Γεωργικό εργαλείο).
Τριχιά (η): Σχοινί από σκληρές τρίχες .
Τροβαδούρος (ο): Τραγουδιστής (Ital. Trovatore).
Τρογύρου : Τριγύρω.
Τρόκολο (το): Τμήμα παλαιού ελαιοτριβείου.
Τρομπόνι (το) : Χονδρό Τουφέκι Εμπροσθογιομή
Τρόνκο (το): Μεγάλο κομμάτι κορμού δένδρου (Ital. Tronco=Κορμός).
Τρούπα τσίβικα (η): Είδος πολιτοφυλακής επί ενετικής περιόδου που την επάνδρωναν πολίτες (Ital. Truppa Civica = Σώμα Πολιτών).
Τρουτσέτα (η): Μικρό κυρτό μαχαίρι για γεωργική χρήση.
Τροφαδούρος (ο): Λαίμαργος, φαγάς.
Τροχαλιά (η): Πέτρινο τοιχίο.
Τρόχαλος (ο): Ξερολιθιά (Αρχ. Τροχαλός).
Τροχήλι (το): Κυκλικό στηθαίο πηγαδιού .
Τρυποκάρυδος (ο) Πολύ μικρό πουλί γκρίζο ,πετάει από θάμνο σε θάμνο και λαλεί πρώτος το πρωί. ( καμία σχέση με τον γνωστό τρυποκάρυδο)
Τσαβάτα (η): Χοντροπάπουτσο (Ital. Ciabatta).
Τσαβάτες (οι): Παντόφλες.
Τσαγιέτα (η): Υποδοχή πάνω στην οποία κλείνει η σπανιολέτα του παραθύρου.
Τσαγκούλι (το) Δοχείο νυκτός.
Τσαγκούλι (το): Ουροδοχείο.
Τσάκνο (το): Ξυραφάκι .
Τσακούλι (το): Δοχείο νυκτός.
Τσακουράφα (η): Καρφοβελόνα.
Τσαλαπουρδάω : Τσιλιμπουρδίζω.
Τσαμπέλα (η): Ξερά σύκα περασμένα σε ένα χορταρένιο σχοινί
Τσαντίλα (η): Το πανί που σουρώνανε το τυρί.
Τσαντίλι (το): Λεπτό ύφασμα για το σούρωμα του τυριού.
Τσάντος (ο): Αλέξανδρος Χαϊδευτικό.
Τσαντσαμίνι (το): Γιασεμί (Ital. Gelsomino).
Τσαπαδόρος (ο): Εργάτης γής (Ital. Zappatore =Σκαφτιάς).
Τσάπια (η): Σχέδια.
Τσαπόνι (το): Μεγάλο τσαπί γεωργού (Ital. Zappone).
Τσαποστέλιαρο (το): Το στυλιάρι του τσαπιού.
Τσαπουρίδια (τα): Μικρά σταφύλια.
Τσαρδί (το): Κηπάριο (Ital. Giardino).
Τσάρκα παράκα : Περίπου σαν κιαυτό (Ital. Circa Pari = Περίπου όμοιο).
Τσαρκαδεύω : Ανασκαλίζω.
Τσαρμπέλο (το): Δικό σου.
Τσαρουχιά (η): Αγριολάχανο.
Τσάτσα (η): Θεία .
Τσάτσαρο (το): Χτένα.
Τσατσίκι (το): Αγριολάχανο.
Τσαφαράνα (η): Το φυτό Κρόκος .
Τσαφατίνος (ο): Αδέξιος τεχνίτης.
Τσάχαλο (το): Σκουπίδι.
Τσεδέρω : Παραχωρώ – Εκχωρώ (Ital. Cedere).
Τσεδούλα (η): Σημείωμα.;
Τσεκίνι (το): Ενέτικο χρυσό νόμισμα αξίας 22 Ενέτικων Lire κατά τα τελευταία χρόνια την Ενέτικης Δημοκρατίας.
Τσεκλιά (η): Δρασκελιά.
Τσεκλιά (τα): Πόδια.
Τσέλεβος (ο): Άσχημη μυρωδιά.
Τσελέστε (το): Γαλάζιο (Ital. Celeste).
Τσελουδιά (η): Γυναικωνίτης εκκλησιάς (Ital. Gelosia = Γρίλια- περσίδα).
Τσέντο Νιέντο(στο): Στο μεταίχμιο (Ital. Cento Niente = Εκατόν τίποτα).
Τσεντούρι (το): Ζώνη . (Ital. Cintura ).Επίσης στα χωριά του Γύρου έτσι έλεγαν και το παλιόρουχο.
Τσεντούρι (το): Παλιόρουχο.
Τσεντούρια (τα) Κουρέλια.
Τσέουλο (το): Βάση επίπλου.
Τσεπιόμπο : Ωραίο.
Τσεράδα (η): Το αδιάβροχο (Ital. Cera : Μεταφ. Ο λεπτός , ο ντελικάτος).
Τσερασπανιά (η): Βουλοκέρι για σφραγίδες (Ital. Cera – Espania =Ισπανικό κερί ).
Τσερβέλο (το): Μυαλό (Ital. Cervello).
Τσερβέλο (το): Μυαλό (Ital. Cervelo).
Τσεργούλι (το): Κουρέλι.
Τσεργούλια (τα): Παλιόπανα.
Τσερίνι (το): Κεράκι , φυτίλι καντηλιού (Ital. Cerino).
Τσέρκι (το): Σιδερένιος κρίκος για στερέωση ( Ital. Cerchio).
Τσερμπάλι (το): Μάλλινο σεντόνι.
Τσερμπάλι (το): Μεγάλος μπόγος .
Τσεροπούλι (το): Ένα μικρό πουλάκι.
Τσέρος (ο): Ωχρός (Ital. Cero =Κερί).
Τσέρουλα (η): Είδος ψαριού ;;;;.
Τσερούνι (το): Το χερούλι του κουπιού.
Τσέρτο : Βεβαίως (Ital. Certo).
Τσέρτσολο (το): Κατακάθι – Απόβλητο (ως βρισιά ).
Τσέτα (η): Συμμορία ( η λέξη μάλλον ήρθε στην Κέρκυρα από τους στρατιώτες που πολέμησαν στην μικρασιατική εκστρατεία η από τους προσφυγες της μικρασιατικής καταστροφής . Τσέτες ονομάζονταν οι ομάδες των ατάκτων τούρκων και έγιναν γνωστοί για τις αγριότητές τους.
Τσετάρω : Δωρίζω (Ital. Lecchettare=Δωροδοκώ).
Τσέτο (το): Δώρο (Ital. Lecchetto=Δωροδόκημα).
Τσέτο (το): Δώρο, προσφορά (Ital. Getto = αποζημίωση).
Τσέφο (το): Υπεροπτικό ύφος;;;;
Τσέφυλια (τα): Φλούδια.
Τσίβιλι (το) : Γραφειοκρατία , άνθρωπος της εξουσίας (Ital. Civile=αστός).
Τσιγαριόλι (το): Αγριόχορτα τσιγαρισμένα , πικάντικα και βρασμένα με ντομάτα.
Τσιγκρί (το): Πειραχτήρι.
Τσιγκρίζω : Πειράζω, ενοχλώ.
Τσίγκρωσα : Πάγωσαν τα δάκτυλά μου από το κρύο.
Τσιγλί (το): Το πειραχτήρι
Τσικαντάς η Ροϊ (ο): Δοχείο λαδιού.
Τσικαντί (το): Ντυμένος στην εντέλεια ( Chic = Κομψότης).
Τσίκι (στο): Ακριβώς (Chik βλ. τσικαντί).
Τσιλιμπούρδισμα (το): Ερωτική αταξία.
Τσιλιχούρδι (το): Σούπα με εντόσθια και ποδαράκια αρνιού .
Τσίμα Πίλα . ¨Ακρη-άκρη. (Ιταλ. Cima- Ακρη Και pila δοχείο η στήλη (προφανώς η έκφραση αυτή αφορά το οριακό γέμισμα του δοχείου ).
Τσίμα (η): Άκρη, χείλος, κορυφή (Ital. Cima).
Τσιμάρω : Κλαδεύω τις κορυφές των δένδρων η τις άκρες των μαλλιών.
Τσιμπίμπο (το): Η σταφίδα σουλτανίνα (Ital. Zibibbo).
Τσιμπούνι (το): Κοντομάνικο γιλέκο της παραδοσιακής γυναικείας στολής.
Τσιμπράγκαλα (τα): Οικοσκευή ,τα πράγματα μου.
Τσινάει : Κλωτσάει.
Τσινάρι (το) Τσούφα από καπνόφυλλα.
Τσίνκλα (η): Λουρί γαιδάρου.
Τσιντιλόμα (η): Λεπτεπίλεπτη, ψηλομύτα (Ital.Genti donna).
Τσιντίλω (η): Η πολύ λεπτή γυναίκα .
Τσιντίμετρο (το): Σταγονόμετρο (Ital. Centimetri).
Τσιντό (το) Μικρό η κοντό ???
Τσίντο (το): Ζωνάρι μέσης (Ital. Cinto).
Τσίντσαλο η Βίσαλο (το): Κομματάκι σπασμενου πιάτου η κεραμικού.
Τσιούκουσου : Ενεφανίσθη.
Τσιπούνι (το): Γυναικείο ένδυμα γύρω από τη μέση που δένοταν με κορδόνια.
Τσιριτζάντζουλες (οι): Περιπλεγμένα και ανούσια λόγια.
Τσίρκα : Περίπου (Ital. Circa).
Τσίρκολο (το): Συμμορία , ομάδα, καραβάνι (Ital. Circolo = Κύκλος).
Τσιρλιό (το): Ευκοιλιότητα.
Τσιστέρνα (η): Στέρνα , δεξαμενή νερού (Ital. Cisterna).
Τσίτα : Φουσκωμένος.
Τσιταντέλα (η): Ακρόπολη (Ital. Cittadella).
Τσίτισα : Τρύπησα κάτι με αιχμηρό μαχαίρι.
Τσιτισιά (η): Τσίμπιμα , καρφωμα , μαχαιριά.
Τσίτο : Μάλωμα γάτας (Ital. Zitto = Σιωπή!!).
Τσιτσιμπύρα (η): Ένα τοπικό αναψυκτικό που ήλθε στην Κέρκυρα επί Αγγλοκρατίας και έχει ως βάση την ρίζα του φυτού Τζίντζερ.
Τσίτσιρας (ο): Το τζιτζίκι.
Τσιφίζει : Δροσίζει.
Τσόγκα (η): Πλοίο με ψαθωτά πανιά.
Τσόκολο (το) Το κοτσάνι του καλαμποκιού.
Τσόκολο (το): Τελευταίος , Ουραγός.
Τσόκολο (το): Σοβατεπί (Ven. Zòkolo).
Τσόκος (ο): Ξύλινη η πήλινη βάση κατασκευής η ξύλινος τάκος (Ven.zòko).
Τσόλι (το): Σακί ελαιοτριβείου.
Τσολόχι (το) Κουρέλι, παλιόρουχο.
Τσόμπρα (η): Σιδερένιος λοστός για το άνοιγμα τρύπας στο χώμα.
Τσόντα (η): Προσθήκη (Ven. Zonta).
Τσόρτσο μι τσόρτσο : Παιδικό παιχνίδι με τα παπούτσια (Ital. Zoccoio = Ξυλοπάπουτσο).
Τσούκα (η) : Παρατυπία,Ζημιά,γκάφα.
Τσουκαλομούτρα (η): Πολύ μελαχρινή- υποτιμητικά.
Τσουκανάω : Χτυπάω.
Τσουκαρίνι (το): Ποικιλία μικρόσωμου πολύ γλυκού και ζουμερού αχλαδιού (Ital. Zucchero = Ζάχαρη).
Τσούκαρο (το): Ζάχαρη (Ital. Zucchero).
Τσουκνί (το ): Μάλλινο ύφασμα.
Τσούκνινο (το): Μάλλινο.
Τσούκος (ο): Βλάκας , ηλίθιος (Ital. Giucco).
Τσουλάυτης (ο): Αυτός που έχει πεταχτά αυτιά.
Τσουλοκώλι (το): Με προτεταμένα τα οπίσθια.
Τσουλομύτης (ο): Περήφανος με ανασηκωμένη τη μύτη.
Τσουλουκάνια (η): Γερακοειδές που πετάει ψηλά και λένε ότι όταν κράζει έρχεται κακοκαιρία
Τσουλωμένος (ο): Έτοιμος για καυγά.
Τσουλώνω : Θυμώνω , πεισματώνω.
Τσουμπλέκια (τα): Πράγματα.
Τσουντί (το): Προεξοχή.
Τσούπι (το): Οι δύο πλευρές του σπιτιού που σχηματίζουν το αέτωμα.
Τσουράπια (τα): Σχισμένα παλιόρουχα.
Τσουράπια (τα): Χονδρές κάλτσες.
Τσουράπω (η): Η ανυπόληπτη γυναίκα.
Τσουρδί (το): Η προκλητική γυναίκα.
Τσούτσα (η): Πιπίλα (Ital. Succhia).
Τσουτσούδι (το): Λεπτό κλαρί – ξυλαράκι.
Τσουτσούδια (τα): Ξυλαράκια για προσάναμα.
Τσουτσουμίδα (η): Μαντήλι κεφαλιού που φορούσαν οι αρραβωνιασμένες στολισμένο με λουλούδια.
Τσουτσούρι (το): Καταμεσήμερο.
Τσώπα : Σώπα.
Τσωφέλειας : Χρήσιμο , Αξίας.





Υ
Υπέργα (τα): Σύνορα.
Υπούντο : Ακριβώς (Ital. In Punto).
Υψώματα (τα): Μετα από γιορτή στο σπίτι του εορτάζοντα ο παπάς υψώνει το «ύψωμο» (σπερνά ) και κάνει τη σχετική ευχή.
Υψώματα (τα): Επισκέψεις








Φ.
Φαβορεβόλε : Ευνοϊκό (Ital. Favorevole).
Φάλα (η): Σχισμή, πληγή, κόψιμο (Ital. Falla).
Φαλάρω : Πλανώμαι (Ital. Fallare).
Φαλίδος (ο): Χρεοκοπημένος (Ital. Fallito).
Φαλιμέντο (το): Χρεοκοπία (Ital. Fallimento).
Φάλος (περ) : Κατά λάθος (Ital. Per Fallo).
Φάλτσα (η): Δρεπάνι (Ital. Falce).
Φαλτσαρχόντζα (η) Ψευτοαρχόντισσα.
Φάλτσος (ο): Ψεύτικος, πλαστος (Ital. Falso).
Φαλτσοτίνη (η): Ψεύτικο στολίδι.
Φαλωτό (το): Οτιδήποτε με χονδρό κοτσάνι (σαν φαλλός) .
Φαμόζος (ο): Διάσημος.(Ital. Famoso).
Φάμπρικα (η): Έχω μαστορέματα στο σπίτι(Ital. Fabbrica=Οικοδομικές Εργασίες).
Φαμπρικάρω : Χτίζω . (Ital. Fabbricare ).
Φανέστρα (η): Παράθυρο (Ital. Finestra).
Φαντζέτα (η): Ταινία με περίτεχνα σχέδια.
Φάνφα (η): Επίδειξη (Ital. Fanfara = Σάλπισμα).
Φαουλάρικα (τα): Φαγώσιμα .
Φάουσα (η): Γάγγραινα.
Φαραώνα (η): Φραγκόκοτα (Ital. Faraona).
Φάρι Τσίβιλι (το): Ο πολιτικός κόσμος και η ανώτερη δημοσιουπαλληλία. (Ιταλ. Fare Civile)..
Φαρμακούλι (το): Ένα βότανο.
Φαρμανάω : Παίζω .
Φαρμάνια (τα): Παιχνιδίσματα.
Φαρομανάω η Φαρμανάω : Παίζω η μαλακίζομαι .
Φάσα (η): Λωρίδα υφάσματος (Ital. Fascia).
Φάσα (η): Διακοσμητική ταινία κατασκευής (Ital. Fascia).
Φασίνες (οι): Προσανάματα.
Φασκιές (η): Λωρίδες υφάσματος με τις οποίες τύλιγαν σφιχτά τα νεογέννητα για να ισιώσουν τα κόκαλα τους (βλ. Φάσα ).
Φαστίδιο (το): Δύσπνοια (Ital. Fastidio =Σκοτούρα, ναυτία, αηδία).
Φατέρνα (η): Υπόκοσμος.
Φατούρα (η): Εργασία με πληρωμή στο τέλος του έργου (Ital. Fattura = κατασκευή).
Φατσάδα (η): Η πρόσοψη (Ital. Facciata).
Φατσάδα (η): Πρόσοψη (Ital. Facciata).
Φατσιέτο (το): Μορφασμός , Κάμωμα (Ital. Facceta).
Φάωμα : Το σίδερο του χαλιναριού που Έμπαινε στο στόμα του αλόγου
Φέδε κομέσο (το): Απολαβή τόκου από κεφάλαιο (Ital. Fede commesso = Πίστη - υπάλληλος ).
Φελάει (δεν): Δεν είναι αξίας , Δεν αξίζει σαν Άνθρωπος.
Φελάει (δεν): Ωφελεί, αξίζει, δεν είναι ωραίο.
Φέλεθρο (το): Έγγραφη πράξη (Παληκαριάτικο).
Φελί (το): Κομμάτι.
Φελούκα (η): Τρομερή.
Φελούκα (η): Είδος βάρκας (Ital. Feluca).
Φελτζάδα (η): Είδος μάλλινης κουβέρτας (Ital. Felzata).
Φελτζάρω : Καταχωρώ;;;;
Φέμινο (το): Θηλυκό (Ital. Femino).
Φέρμα (η): Σύλληψη , Κλείσιμο (Ital. Fermare και Μπούκα φέρμα Τραγουδώντας με κλειστό στόμα την μελωδία (Bocca Ferma).
Φερμάρω : Υπογράφω , Οριστικοποιώ (Ital. Firmare).
Φέρμο (το): Σταθερό-Ντούρο-Ακίνητο. (Ιταλ. Fermo ).
Φέρσες (οι): Κομμάτια.
Φερτζάδα (η): Χονδρή μαλλινη κουβέρτα (Ital. Felzata).
Φεστάρω η Ριφεστάρω : Ασκώ βία , Εκτοξεύω κάτι (Ital. Riffa – Riffestare).
Φέστες (οι): Γιορτές (Ital. Festa).
Φεστίνι (το): Γιορτούλα , χοροεσπερίδα (Ital. Festa).
Φιάκα (η): Κόπωση (Ital. Fiacca).
Φιάκα : Οπίσθια;;;;;
Φιάνκο (το): Πλευρό (Ital. Fianco).
Φιάο (το): Ανάσα (Ital. Fiato).
Φιάσκο;; (το): Πλάι (Ital. Fianco).
Φιάω : Φρέσκο αεράκι;;;
Φιδόντεμα (το): Το δέρμα του φιδιού όταν το αλλάζει.
Φιέρα (η): Εμποροπανήγυρις (Ital. Fiera).
Φιέρες (οι): Διακοπές (Ital. Fiera = Πανυγύρι ).
Φικαρόνι (το): Δακτυλίδι με πέτρα (Ital. Ficcare = Μπήγω).
Φιλάνια (η): Κεντρικό δοκάρι στο οποίο ακουμπούν τα εγκάρσια στη σειρά (Ital. Fila =Σειρά).
Φιλέτα (η): Ανδρικό χτένισμα (Ital. Filetto = Ροή ).
Φιλιστόκα (η): Έγγραφο μεγάλου μεγέθους – πιθανώς για τοιχοκόλληση.
Φιλιτσέτα (η): Ράβω γρήγορα και πρόχειρα (Ital. Filo = Κλωστή).
Φίλτρο (το): Συνδεδεμένα στη σειρά;;;
Φίλτσιο η Φίλτσα (το): Έγγραφα συναφή για κάποιο θέμα –σαν φάκελος –που φυλάγονταν στα αρχεία της Βενετίας.
Φινίδος (ο): Τελειωμένος (Ital. Finito).
Φινίρω : Ολοκληρώνω (Ital. Finire).
Φινίρω : Τελειώνω (Ital. Finire).
Φίνος (ο): Λεπτός Τέλειος (Ital. Fino).
Φίντα (η): Ξύλινη κινητή προσθήκη πόρτας η παραθύρου κυρίως σε ισόγεια (Ital. Finta =Ψεύτικη).
Φιντζερίνι (το): Πολύ μικρό γκρι πουλάκι
Φιντινέλι (το): Λεπτό ύφασμα.
Φίντο (το): Κέντημα (Ital. Finto = ψεύτικο).
Φιοράδος (ο): Λουλουδάτος (Ital. Fiore).
Φιορεντέινος (ο): Φλωρεντίνος (Ital. Fiorentino).
Φιορέντζα (η): Λεπτό μεταξωτό ύφασμα.(Ital. Fiorenza).
Φιορεντίνα (η): Λάμπα πετρελαίου – λαδιού (Ital. Fiorentina).
Φιόρι (το): Λουλούδι (Ital. Fiore).
Φιόρι (το): Διακοσμητικό σκαλιστό σε ξύλινες κατασκευές (Ital. Fiore).
Φιόρια (τα ): Λουλούδια.
Φιρφιρίκι (το): Λεπτό ύφασμα.
Φισούνι (το): Δυνατός αέρας.
Φίτα λαμπάντα : Έκφραση που σημαίνει : « Τελείωσαν όλα». Μάλλον Προέρχεται από το Finito Lampanta = Τελείωσε το καντήλι.
Φίτσιο (το): Θέση στην ιεραρχία (Ital. Ufficio).
Φλάμπουρο (το): Μεγάλο λάβαρο της εκκλησίας.
Φλάουνα (η): Ζυμωτό πλακέ ψωμί –σαν Λαγάνα- που έφτιαχναν την Καθαρή Δευτέρα στην Λευκίμμη.
Φλάουνα (η): Αλευρόπιτα (Αγγλ. Flayr).
Φλάρης (ο): Καθολικός παπάς;;;
Φλάσκα (η): Κολοκύθα άδεια που χρησίμευε για δοχείο.
Φλέρονας (ο): Κίτρινο πουλί του καλοκαιριού που τρώει σύκα.
Φλεσκούνι (το): Άγριο φυτό-βότανο.
Φλεστρί (το): Άχυρο .
Φλέστρο (το): Άχυρο κούφιο σαν καλαμάκι-το χρησιμοποιούσαν και σαν τι
Φλέτζα (η): Φλούδα (Ital. Flangia). Ίσως και η φλάντζα της μηχανής;;;;
Φλιάσμα (το): Κλωνάρι για μπόλιασμα δένδρου.Κεντρωμάδες (οι): Μπολιασμένες άγριες ελιές.
Φλιάσμα (το): Κλαδί για Μπόλιασμα δένδρου.
Φλίκουνο η Φλίκουρο (το): Φλούδι από καλαμπόκι . Μεταφ. Κάτι πολύ ελαφρύ.
Φλιμένο (το): Το κακόμοιρο.
Φλοέτα (η) : Βιολέτα.
Φλορέντζα (η): Γρίπη (Ital. Influenza).
Φλουσκουνόρακι (η): Το λικέρ Μέντας.
Φλούτακας (ο): Φουσκάλα δέρματος .
Φλωρέντζα (η): Γρίπη.(Ιταλ. Influenza).
Φογάτσα (η): Είδος τσουρεκιού (Ital. Focaccia =Είδος πίτας – μπουγάτσας).
Φογάτσα (η): Είδος τσουρεκιού (Ital. Focaccia = Είδος μπουγάτσας).
Φογιέτα (η): Λωρίδες ξύλου γύρω από τους ταμπλάδες της πόρτας (Ven. Fogièta=Μικρό φύλο).
Φοδράδο (το): Ξύλο εσωτερικά επενδυμένο με καπλαμά (Ven. Fodrà).
Φόκο (το): Φωτιά (Ital. Fuoco).
Φόκο σαν αντώνιο (το): Έρπις ζωστήρας ( Ital. Fuoco di San Antonio = Σαν τη φωτιά που έκαψε τον Άγιο Αντώνιο).
Φόλκα (τα): Τα εσωτερικά πλαινά του καικιού.
Φονταμέντο (το): Βάση , Θεμέλιο (Ital. Fontamento).
Φόντε (το): Το έδαφος ;;;
Φόρα Κολόμπα (ταπήρε): Τα πήρε παραμάζωμα.
Φορναμέντο (το): Αξεσουάρ (Ital. Fornimento = Εξοπλισμός).
Φόρσε : Ίσως (Ital. Forse).
Φόρσι : Μήπως ( και γίνει κάτι ). (Ιtal. Forse).
Φόρτικας (ο): Γάϊδαρος.
Φορτικό (το): Γαιδούρι.
Φόρτσα (η): Δύναμη .(Ital. Forza).
Φόρτσα δυνατούρα : Πάσει Δυνάμει.
Φορτσάτος (ο): Βιαστικός και αποφασισμένος έρχεται.
Φορτύκι (το): Γάιδαρος.
Φόρτωμα (το): Γαίδαρος.
Φόσα (η): Τάφρος (Ital. Fossa).
Φουγάρος (ο): Καμινάδα.
Φουγιάζω : Φωνάζω.
Φούγιες (οι): Εξάψεις .
Φουγίνα (η): Γείσο επίπλου.
Φούγος (ο): Καπνοδόχος (Ven. Fogo=Φωτιά).
Φουλτάγια (η): Ομελέτα
Φουλτακίδα η φλουτακίδα (η):Φουσκάλα.
Φουμάδα (η): Έξαψη (Ital. Fumata = κάπνισμα).
Φουμάδες (οι): Εξάψεις
Φουμάρω : Καπνίζω (Ital. Fumare).
Φουμέντο (το): Θεραπεία με εισπνοή ατμών.
Φούμο (το): Καπνός (Ital. Fumo).
Φούμπια (η): 1. Μεταλλική υποδοχή στήριξης των παντζουριών σαν θηλιά που στερεώνονταν στις λίθινες παραστάδες με λειωμένο μολύβι πριν βέβαια τοποθετηθούν οι πλαινές πέτρες . 2. Αγκράφα ζώνης παντελονιού.(Ven. Fiuba).
Φουνταδόρος (ο): Ξύλινο υποστύλωμα (Ven. Fondaòr).
Φουντάκι (το): Κατακάθι του καφέ (Ital. Fondo = βυθός).
Φούντι (το): Πυθμένας ( βλ. άνω ).
Φουντροκόντι (το): Μεγάλο ξύλο .
Φούντωμα (το): Υπόβαθρο σκεπής (Ital. Fondo =υπόβαθρο).
Φουρέντες (ο): Παθιασμένος (Ital. Furente = μαινόμενος).
Φούρια (η): Γρήγορα (Ital. Furia = Ορμή ,Οργή , Φρενίτιδα).
Φουριόζος (ο): Βιαστικός .
Φούρκα (η): Κρεμάλα .
Φουρκάτα (η): Διχάλα (Ital. Forca).
Φουρκατέλα (η): Φουρκέτα για τα μαλιά.(Ital. Forcattella).
Φουρκί (το): Διχάλα.
Φουρλαμέντο (το): Εργαλείο σαγματοποιού .
Φουρλοροκετίδι (το): Στριφογύρισμα ροκέτου στο χορό (Ital. Frullio =στριφογύρισμα).
Φουρμαλιτά(η): Ύπνος.;;
Φούρνελας (ο): Αγριολάχανο.
Φουρνέλο (το): Φούρνος Ital. Fornello).
Φουρνίδος (ο): Πλήρης (Ital. Fornito =προμηθευτής).
Φουρνόκολη (η): Περιπαιχτικά ή χονδρή.
Φουρνοκόντη (το): Εργαλείο του φούρνου
Φουρνοκόντι (το): Κοντάρι με πανί στην άκρη για το καθάρισμα του φούρνου.
Φουρούσι (το): . Λίθινη η μεταλλική η ξύλινη προεξοχή σε τοίχο που υποστήριζε κάτι άλλο .
Φουρτουνάτος (ο): Τυχερός (Ital. Fortuna).
Φούρφουρα : Προσανάματα.
Φούρφουρο (το): Ελαφρύ.
Φουσάτο (το): Στράτευμα (Latin. Fossatum = Στρατόπεδο).
Φούστουλα (η): Φουσκάλα.
Φραγκιάτο (το): Πέτρινο Οχύρωμα .
Φραζέτες (οι): Δαντέλες , Κρόσια.(βλ. Φραντζέτα).
Φρακατσάνας (ο): Μία ράτσα σύκου.
Φρακατσάνος (ο): Ράτσα σύκου.
Φρανκάρομαι : Εκπλήσσομαι (Ital. Francare= απολύωμαι, απαλλάσωμαι).
Φραντζέτα (η): Τα μαλλιά που πέφτουν στο μέτωπο (Ital. Frangia).
Φρεγκιάτα (η): Σκέπαστρο
Φρεγκιάτα (η): Σκέπαστρο.
Φρεζάρω : Στρώνω.
Φρεζάρω : Κόβω .
Φρέζο (το): Ουλή.(Ital. Fresa).;;;
Φρεζόνια (τα): Εξαρτήματα σαμάρας για την μεταφορά χόρτου.
Φρεσκαμέντο (το): Δροσιστικό , Αναψυκτικό.(Ital. Frescamente).
Φρεσκέζα (η): Δροσιά (Ital. Frescezza).
Φρεσκέρα (η) : Ντουλάπι με προστατευτικό δίχτυ για να διατηρηθούν δροσερά τα τρόφιμα
Φρεσκέρα (η): Μάλλον ο δίσκος σερβιρίσματος.;;
Φρέσκο (το): Δροσιά. (Ital. Fresco).
Φριγάδα (η): Φρεγάτα.
Φρίντζι (το): Κλύσμα ;;;;;
Φρόκαλα (τα): Σκουπίδια .
Φροκάλι (το): Σκούπα .
Φροκαλίζω , Φροκαλώ : Σκουπίζω . ( Κατά μία εκδοχή προέρχεται από το αρχαιοελληνικό Καλλωπίζω- Φιλοκαλώ).
Φρόλο (το): Σαθρό-μπόσικο.Δεν μπορώ : Είμαι άρρωστος.
Φρόντε (το): Το κούτελο ( Ιταλ. Fronte).
Φροντίνι (το): Ο γείσος του πηλικίου (Ital. Fronte).
Φρουμάρει : Ρουθουνίζει .
Φρουστάδα (η): Πόρνη (Ital. Frustata = μαστιγωμένη).
Φρουταλιό (το) : Το μανάβικο.
Φρουταριόλος (ο): Μανάβης (Ital. Fruttaiolo).
Φρούτο (το): Εισόδημα ( Ital. Fruttare = Αποδίδω , Αποφέρω – επι κέρδους , τόκου κλπ.).
Φροχείλι (το): Το στηθαίο του πηγαδιού .
Φρυάς (το): Το άκρο από όπου βγαίνει με πίεση το νερό και χτυπάει τη φτερωτή του νερόμυλου (Μάλλον προέρχεται από το Αρχαιοελληνικό Φρέαρ).
Φρυγμένο (το): Ξερό .
Φταρσιό (το): Φτάρνισμα.
Φτενός (ο): Λεπτός σε πάχος.
Φτού και να τσου νάειναι : Ευχή για να φύγει το κακό.
Φυλλολόη (το): Κίτρινο μικρό πουλί που πηγαίνει στις καρυδιές.
Φυλλοφάνεστρο (το): Παντζούρι.
Φυτήλι (στο): Ακαριαία.
Φυτήλια (τα): Κομμάτια.
Φώλι , Άποφώλι , Αυγοφόλι : Πέτρα σε σχήμα αυγού που έβαζαν στη φωλιά της κότας για να την ξεγελάσουν και να γεννήσει εκεί .
Φωτερά (τα): Φώτα.
Φωτερό (το): Φανάρι.
Φώτουλο (το): Ασφόδελος.






Χ
Χαβαλές (μούγινε) : Μου έγινε βάρος .
Χαβάνι (το): Ψιλοκομμένος καπνός.
Χαβρικό (το): Σιδηρουργείο.
Χάβρος (ο): Σιδηρουργός.(Ital. Fabbro);;
Χαβώθηκα : Λαγοκοιμήθηκα.
Χαζίρι (το): Τα έχεις όλα έτοιμα.
Χαιδόκωλος (ο): Είδος σύκου .
Χαιδονιά (η): Χαιδεμένη.
Χάϊντε : Πήγαινε.
Χαλατζής (ο): Γανωματής (Καλατζής).
Χαλεύω : Ψάχνω- ζητάω.
Χαλεύω Ψάχνω.
Χαλεύω : Ψάχνω.
Χαλιβάνι (το): Κόπάδι πουλιών.
Χαλικοτσούκι (το): Χάλκινο μικρό καζάνι
Χαλικοτσούκια (τα): Τα χάλκινα σκεύη της κουζίνας.
Χαμοκίχλι (το): Ράτσα μικρόσωμης τσίχλας.(βλ. Κίχλα).
Χαμόκουτος (ο): Αγαθιάρης – Καλοκάγαθος.
Χάμουρας (ο): Τυφλοπόντικας.
Χαμπαρίμ τσουνίμ:Δεν καταλαβαίνω –Δεν δίνω σημασία.;
Χαμπλά : Χαμηλά.
Χαμπλοφτεριασμένη (η): Καταβεβλημένη.
Χαμώι (το): Ισόγειο.
Χαντάκομα (το): Χαλασιά.
Χαντακωμός (ο): Κατεστραμμένος .
Χαντακώνω : Καταστρέφω .
Χαραμαντάνα (η): Μεγαλόσωμη και κακοσουλούπωτη Γυναίκα.
Χαραμέρι (το): Χαράματα.
Χαραμήδες (οι): Ληστές.
Χαραμός (ο): Βαθειά τρύπα στο βουνό.
Χαραμπόρι (το): Διάπλατα ανοιχτό.
Χαρές (οι): Οι γάμοι και γενικά τα ευχαριστα γεγονότα μιας οικογένειας.
Χάρμουρας (ο): Τυφλοπόντικας.
Χαροκόπος (ο): Γλεντζές.
Χαρτουλίνα (η): Χαρτοσακούλα.
Χαρχαλιάζω : Δοκιμάζω.
Χασκούρα (η): Χασμουρητό.
Χαχόλος (ο): Κακοπροαίρετος – Φασαριόζος.
Χειλιδρόνα (η): Εξάρτημα του νερόμυλου-Σανίδα σε ρόλο δονητή.
Χειμωνικό (το): Καρπούζι.
Χειρόκτια (τα) : Γάντια..
Χελόνια (η): Αρρώστια του λαιμού.
Χελώνα (η): Διακοσμητική καρφίτσα
Χερικό (το): Σεφτές.
Χερκωλιά (η): Χαστούκι στα πισινά.
Χεροστόμι (το): Άνοιγμα δεξαμενής η πηγαδιού.
Χηρολάμπα (η) : Μεγάλη αράχνη.
Χιλινδρονιά (η): Αγράμπελη (άγριο αναριχητικό φυτό).
Χιμονικό (το): Καρπούζι.
Χίστος (ο):
Χλαλοή (η): Θόρυβος από ομιλίες.
Χλόμπαρης (ο): Ζαβολιάρης.
Χλούμπα : Το λυκόφως η το λυκαυγές.
Χοιροσφαές (οι): Η χρονική περίοδος γύρω από τις αποκριές.
Χολεύομαι : Θυμώνω.
Χολεύτικα : νευρίασα.
Χονδρομούσελο (το): Είδος χονδρού υφάσματος.
Χουγιάζω : Φωνάζω.
Χουγιάζω : Φωνάζω.
Χουχουλίζομαι : Προσπαθώ να ζεσταθώ με το χνώτο μου.
Χουχουλιός η χοχλιός (ο): ¨ένα όστρακο (αρχ. Κοχλίας).
Χοχλιοί(οι): Σαλιγκάρια. ( χοχλιούς Μπουρμπουριστούς) ¨ένα τρόπος Μαγειρέματος των σαλιγκαριών στο τηγάνι. Η λέξη πρέπει να προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη Κοχλίας.
Χρειά (η): Ανάγκη.
Χρυσοκίμερο (το): διακοσμητική γυναικεία ζώνη.
Χρωστημιό (το): Οφειλή.
Χτενίτας (ο): Είδος μανιταριού.
Χτικιό (το): Φυματίωση και μτφ. μεγάλη στεναχώρια-ταλαιπωρία. « έβγαλα το χτικιό».
Χτικίτας (ο): Φυματικός.
Χτιστοσύνη (η): Το επάγγελμα του χτίστη.
Χύλιντρος (ο): Χονδρό φίδι σφικτύρας (Δενδρογαλιά).
Χωλεμένος (ο): Θυμωμένος.
Χωριατσέλι (το): Το «χωριατάκι» επιτιμητικά.
Χώσα (η): Απάνεμο μέρος.





Ψ
Ψαρολόγος (ο): Πλανόδιος πωλητής ψαριών.
Ψαροχέστρα όστρια (η): Νοτιάς (ονομάζεται έτσι επειδή δεν τσιμπάνε τότε τα ψάρια).
Ψηφί : Τάχει όλα στην εντέλεια.
Ψίδια (τα): Τα επάνω δερμάτινα μέρη του παπουτσιού πριν αυτά συναρμολογηθούν
Ψιλοτσάπι (το): Ίσια τσάπα πλατιά για το κόψιμο των χόρτων.
Ψίλωμα (το): Κλάδεμα των κορφών των δένδρων.
Ψίχες (οι): Κομμάτια.
Ψυλήθρα (η): Ερύθρά (Αρρώστια).
Ψύχρα (η): Συνάχι-κρύωμα.
Ψωμαπάτικο : Ο αγνώμων.






Ω
Ωγνίστρα (η): Η εστία του τζακιού.
Ώδε : Εδώ ( απ’ώδε = από εδώ).
Ωρούμασε : Ωρίμασε.
Ωστάρκας : Μέχρι τώρα , Ακόμη και ως τώρα.