Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

Σ

Σ
Σαβούρο (το): Ένας τρόπος παστώματος και συντήρησης των ψαριών . Τα παλιά χρόνια το πουλούσαν στα μπακάλικα.
Σαγιαδόρος (ο): Σύρτης πόρτας (Ven. Sagiatòr).
Σάϊκα : Καλά;;;.
Σάισμα (το): Παλτό.
Σαϊτιά (η): Δηλητηριώδες φίδι που πετάγεται όταν επιτίθεται.
Σακάδα (η): Ενόχληση (Ital. Insaccato=στρίμωγμα ,συνωστισμός).
Σακάρω : Ενοχλώ (Ital. Insaccare=στριμώχνω).
Σάκενα (η) Μεγάλο σακί για ελιές.
Σακολεβιάρικο (το): Είδος καϊκιού φορτηγού .(Ital. Sacco Levare= Φορτώνω Σακιά).
Σαλάδο (το): Σαλάμι.
Σαλαήσω Να φωνάξω.
Σαλακιάζω : Σαπίζω .
Σαλάκιασμα (το): Εντριβή.
Σαλαμιστράδο (το): Παστό.
Σαλάτες (οι): Μαρούλια.
Σαλβαρόμπα (η): Αποθήκη (Ital. Salvare – Roba ).
Σαλιέρα (η): Αλατιέρα (Ital. Saliera).
Σαλίτσο (το): Σανίδωμα ανηφορικό δίπλα στη σκάλα (Ital. Salina=ανάβαση).
Σαλίτσο (το): Πλατύσκαλο , πεζούλι, δάπεδο (Ven. Salizo).
Σαλούμι (το): Αλλαντικό (Ital. Salumi).
Σάλπα (η): Ένα ψάρι που αλλού το λένε…. (Ital. Salpa).
Σαλταλεόν (το): Σπαστό στήριγμα πατζουριών (Ven. Saltalion ,Ital. Saltaleone= ελατήριο).
Σαλταρέλο (το): Μάνταλο , είδος σύρτη πόρτας (Ven. Saltarèlo).
Σαλτέρνω : Πηδάω (Ital. Saltare).
Σάλτζα (η): Χονδρή μάλλινη φούστα της παραδοσιακής στολής.
Σάλτο(το): Πήδημα (Ital. Salto).
Σαλτσάδα (η): Λιθόστρωτο (Ital. Selciato).
Σαλτσάδο (το): Λιθόστρωτο (Ven. Salizàda , Ital. Salciato).
Σαμαροκάλυβο (το): Καλύβι σε σχήμα πυραμίδας από καλάμια .
Σαμαροκάλυβο(το): Καλύβι σε σχέδιο σαμάρας.
Σαμπέπερο (το): Γυαλόχαρτο (Ig. Sandpeper).
Σαμπιέρος (ο): Το ψάρι χριστόψαρο.
Σαμπούκος (ο): Κουφοξυλιά (Ital.Sambuco).
Σανπιέρος (ο): Το χριστόψαρο .Ονομάστηκε έτσι από τον Άγιο Πέτρο που λένε ότι το έδωσε στο Χριστό για να το ευλογήσει και όταν το έπιασε έμειναν τα αποτυπώματα των δακτύλων του στο κεφάλι του ψαριού.
Σάντα λα μαρία (η): Το παιδικό παιχνίδι «Μακριά γαιδούρα».
Σαντέρλω (η): Πεταχτή;;;.
Σαουνιά (η): Το σαγόνι.
Σαργόντες (ο): Αξιωματικός πλοίου;;;;.
Σαργοπαππάς (ο): Τά ψάρια χαρακίρες
Σάρτζα (η): Γυναικείο φόρεμα (Ital. Sargia=Κρετόν είδος υφάσματος).
Σαρτσάδα (η): Αυλή σπιτιού.
Σαρτσίτσια (τα): Δοσοληψίες ,επαφές;;;.
Σασίνος (ο): Δολοφόνος (Ital. Assassino).
Σαύω : Δέρνω;;
Σάψαλο (το): Καταβεβλημένος – Γέρος.
Σβίδρα (η): Βίδρα – ενυδρίς.
Σβιλάδες (οι): Ραπίσματα αέρα.
Σβίτσερο (το): Ελβετικό τυρί (Ital. Svizzero).
Σβουντσουρίζω : Πετάω .
Σγαράρω : Κάνω λάθος (Ital. Sgarrare ).
Σγόρνα (η): Υδρορροή.
Σγούμπος (ο): Καμπούρης (Ital. Gobbo).
Σγούρος (ο): Σβούρα.
Σγώνω : Κοντεύω να φτάσω.
Σεγκέτα (η): Κάθισμα με τρύπα στη μέση για αφόδευση.(Ital. Seggio= θρόνος).
Σεγκούνι (το): Μάλλινο σακάκι γυναικείο μέχρι τη μέση της παραδοσιακής στολής.
Σείρες (οι): Το ψάρι Γοφάρι.
Σεκάρει (να): Να σπάσει.
Σέκο (το): Κτίσιμο χωρίς λάσπη (Ital. Secco=ξηρός).
Σέκος (ο): Νεκρός.
Σεκρέτα (τα): Τα ντουλάπια της κουζίνας.
Σεκρέτο (το): Μυστικό (Ital. Segreto).
Σέλα (η): Η Βράκα της παραδοσιακής ανδρικής στολής.
Σέμπρα (η): Η εργάτρια γης που συμμετείχε σε ομάδα.(βλ. Σεμπριά).
Σεμπριά (η): Ομάδα εργατών γης – Αγροτικός συνεταιρισμός- Αγροτική Συμφωνία (Σέρβικα Sebru).
Σενάτο (το): Συμβούλιο – Σύγκλητος (Ital. Senato).
Σεντάλι (το): Κάθισμα αποχωρητηρίου (Ital. Sedile=Κάθισμα).
Σεντζαφέδες (ο): Αναξιόπιστος , ψεύτης (Ital. Senza-fede=χωρίς πίστη).
Σεντζίζιμο (το): Ο Εκατοστός (Ital. Centicimo).
Σέντζο (το): Η Εντύπωση (Ital. Senso).
Σεράγια (η): Αποθήκη (Ital. Serraglio=φραγμένος χώρος με ζώα).
Σεράγιο (το): 1. Περιφραγμένος χώρος 2. «Κλειδί» Τοξοειδούς κατασκευής. (Ven. Seràgio).
Σερατούρα (η): Κλειδαριά (Ven. Seradùra).
Σερβάρω : Παρατηρώ (Ital. Osservare).
Σερβίρω Προσφέρω (Ital. Servire).
Σερβιτσιάλι (το): Το εργαλείο που έκαναν το κλύσμα (Ital. Serviziale).
Σερβίτσιο (το): Υπηρεσία (Ital. Servizio).
Σερενάδα (η): Βραδινό τραγούδι (Ιταλ. Serenata = Νυκτωδία).
Σερέσια (τα): Παντόφλες.
Σέριος (ο): Σπουδαίος (Ital. Serio=σοβαρός αυστηρός).
Σέσκουλο ή σέσκλο (το) Ήμερο λάχανο.
Σεστάδος (ο): Νοικοκυρεμένος (Ital. Assestato).
Σέστο (το): Νοικοκυριό – τάξη. (Ital. Sesto).
Σετάρω : Ρίχνω ,εκσφενδονίζω .
Σήσες (οι): Σκουληκάκια άσπρα μικρά που βγαίνουν στα τρόφιμα.
Σία Βόγα : Η κίνηση των κουπιών έτσι ώστε η βάρκα να κάνει στροφή επι τόπου (το ένα κουπί μπρός και το άλλο πίσω ). (Ital. Voga=Κωπηλασία).
Σιάδι (το): Επίπεδο κομμάτι γης.
Σιάνω : Διορθώνω.
Σιάρπα (η): Εσάρπα (Ital. Sciarpa).
Σιασμένος (ο): Αρραβωνιασμένος.
Σιάτικα (τα): Ισχιαλγίες (Ital. Sciatica).
Σιγανταβόλτε (η): Ειδικό πριόνι για κυκλικό κόψιμο (Ital. Sega da volte).
Σιγοντάρω: Συνοδεύω (Ital. Secondo = Δεύτερο και σύμφωνα).
Σιγουριτά (η): Ασφάλεια (Ital. Sicurita).
Σιδερόχορτο (το): Αγριολάχανο.
Σιδερόχορτο (το): Το χόρτο σιδερίτης.
Σιεμύρε (τοκάνει): Το κάνει ωραία.
Σιένα (η): Καφεκίτρινη απόχρωση (Ital. Terra di Siena).
Σιέστα (η): Μεσημεριανός ύπνος (Ital. Siesta).
Σικαλίδα (η): Μικρό πουλί με γκρίζα χρώματα που τρώει σύκα.
Σικιστράρω : Δίδω μεσεγγύηση.
Σίκλος (ο): Κουβάς μεταλλικός (Ital. Secchio).
Σικουρατσιόν (η): Ασφάλεια- σιγουριά (Ital. Sicurezza).
Σιλικουτιάζω : Ανακατεύω.
Σιλιμούργι (το): Το κατακάθι του λαδιού.
Σιμπαγαδώνω : Καλμάρω – Καταπραϊνω.
Σιμπάω : Πιέζω-Ζουλάω.
Σινιαρισμένος (ο): Τέλεια ετοιμασμένος.
Σινιάρω : Σημαδεύω (Ital. Sighare).
Σινιώτικος (ο): Χορός των Σινιών .
Σίντα (η): Μαζί.
Σιντζίλα (η): Σφραγίδα (Ital. Sigillo).
Σιντόρνου : Εκτός και;;;
Σιόρ (ο): Κύριος (Ital. Signore).
Σιόρα (η): Κυρία (Ital. Signora ).
Σιούτικο (το): Κολοβό .
Σιροκολέβαντο (το): Άνεμος ανατολικός προς βόρειο.
Σίσκλος (ο) : Κουβάς. (Ital. Secchio)
Σίτα (η): Κόσκινο .
Σιτί (το): Κόσκινο του καφέ.
Σίχλωσα : Μισοχόρτασα .
Σκαβεντζάρω : Κόβω πατρόν (Ital. Scavezzare).
Σκαβέντζο (το): Ρετάλι υφάσματος (βλ. Σκαβεντζάρω).
Σκαβίνα (η): Μάλλινη κουβέρτα (Ital. Schavina ).
Σκαδέρει (μη) : Μην τύχει.
Σκαδέρω : Αχρηστεύω .
Σκαλέτα (η): Ψέμα (Ital. Scaletta=Aφήγηση – επεξεργασία μιας ιστορίας).
Σκαλινάδα (η): Πέτρινη σκάλα δρόμου (Ven. Scalinàda, Ital. Scalinata).
Σκαλιώνω : Σκαλώνω.
Σκαλντίν (το): Μικρή θερμάστρα κάρβουνων γενικής χρήσεως (Ven. Scaldin).
Σκαλταλέτο (το): Μπρούτζινο μαγκάλι για την θέρμανση υπνοδωματίων (Ven. Scaldàr-lèto).
Σκαλταμπάνιο (το): Θερμοσίφωνας ξύλων (Ven.Scaldàr-bagho).
Σκαλταπιέντε (η): Μικρό μαγκάλι για τα πόδια (Ven. Scaldàr-piente).
Σκάμουνα (τα): Τα Μούρα.
Σκάμπα (η): Μαθητική κοπάνα (ven. Scampon: far,dar o ciapar un scampon .Ολιγόλεπτη διαφυγή, ένα μικρό «πέταγμα» προς κάπου μακριά .Ital. Scampagnare=εκδρομή).
Σκαμπάζω : Καταλαβαίνω .
Σκαμπέλο(το): Κομοδίνο , σκαμνί (Ital. Sgabello).
Σκανιέλο (το): Μικρό πάρκο για παιδιά χωρίς πάτο και με ρόδες.
Σκάνιο (το): Καρέκλα (Ven. Scagno).
Σκανταλέτο (το): Χάλκινο σκεύος για αναμμένα κάρβουνα για ζέσταμα σε κάποιο μέρος του σπιτιού (Ital. Scalda-letto).
Σκαντερό (τόχει): Τόχει χορτάσει.
Σκαπαμέντο (το): Φουγάρο.;;;
Σκαραβανόξυλο (το): Ράμνος η αειθαλής.
Σκαρβέλι (το): Μέρος από τον εξοπλισμό του γαιδάρου.
Σκάρδα η ασκάρδα (η): Σκελίδα.
Σκαρίκι(το): Αναγγελία.;;
Σκαρλετίνα (η): Ευλογιά (αρρώστια).
Σκαρμίδα (η): Διχαλωτό σταντ για τα κουπιά.
Σκαρμοί (οι): Ξύλινα στηρίγματα κουπιών.
Σκαρμοί (οι): Τα ψάρια Λούτσοι.
Σκαρμούστο (το): Ρολό από κέρματα.
Σκαρμοφωλιές (οι): Οι τρύπες που μπαίνουν οι σκαρμοί.
Σκαρντάρομαι: Πειράζομαι;;;
Σκαρπίνι (το): Είδος ανδρικού παπουτσιού (Ital. Scarpa).
Σκάρσο (το): Ελλειπές .(Ital. Scarso).
Σκαρτζί (το): Το ζημιάρικο παιδί..
Σκαρτότσα (τα): Καραμέλες.
Σκαρτσέλι (το): Κουζινίτσα έξω από το σπίτι.
Σκαρτσιγόπιδο (το): Το ψάρι μικρή γόπα.
Σκαρτσιμάς (ο): Μικρό καραβιδάκι που το χρησιμοποιούν οι ψαράδες για δόλωμα.
Σκαρτσιμούρμουρας (ο): Θαλασσινό ίδιο με την αληθινή αλλά το σώμα μέσα
Σκαρτσότσο (το): Ρολό κερμάτων (Ital. Scartocciare=Ξεφλούδισμα).
Σκαρτσούνι (το) : Κάλτσα.
Σκαρτσούνια (τα): Κάλτσες (Ital. Calcetto).
Σκαρτσουνόροκα (η): Βελόνα για κάλτσες.
Σκάρφη (η): Φυτό με πολλή πικρή γεύση.
Σκαρφίζομαι : Επινοώ .
Σκαρφολίθι (το): Ασβεστόλιθος.
Σκασιά (η): Πέσιμο ανθρώπου , θορυβώδες και εντυπωσιακό.
Σκατζιά (η): Ράφι , Ραφιέρα (Ital. Scancia).
Σκάτουλα (τα): Κουτάκια σπίρτων (Ital. Scatola).
Σκάτσα (η): Η βάση που στηρίζεται το κατάρτι του πλοίου.
Σκαφώνι (το): Ξύλινο δοχείο για το πάτημα των σταφυλιών
Σκένομαι : Σιχαίνομαι .
Σκεπετιά (η): Πυροβολισμός .(βλ. Σκεπέτο).
Σκεπέτο (το): Ντουφέκι.(Ital. Schioppo=Κυνηγετικό όπλο).
Σκέρος (ο): Σύκο.
Σκερτσάδος (ο): Τρελιάρης (Ital. Scherzo).
Σκέρτσο (το): Νάζια τρελίτσες (Itasl. Scherzo)
Σκήπι (το): Μικρός περιφραγμένος κήπος εντός του οικισμού.
Σκιάομαι : Φοβάμαι .
Σκίζα (η): Σκισμένο ξύλο για τη φωτιά (Ital. Scheggia).
Σκίνα (η): Χοιρινή ωμοπλάτη (Ital. Schiena=η πλάτη γενικά).
Σκινάρι (το): Σχοίνος .
Σκιόκα (τα): Καψούλια.
Σκιόρμος (ο): Άσχημος.
Σκίτζο (το): Σχέδιο (Ital. Schizzo).
Σκιτσέτο (το):Σταγονόμετρο (Ital. Schizzetto=κλυστήρας).
Σκίτσικο (το): Ανισόπλευρο τετράγωνο.
Σκίφος (ο): Πέτρινο δοχείο για τάισμα γουρουνιών (Ital. Schifo=Αηδία).
Σκλαπίζω : Σκορπίζω.
Σκλείθρα (η): Το σπέρμα.
Σκλεμπού (η): Το ψάρι Πεσκαντρίτσα.
Σκλέτζα (η) : Ακίδα ξύλου αλλά και μικρό κομμάτι ξύλου για προσθήκη.
Σκλήθρα (η): 1. Ράτσα 2. Μυτερό ξύλο που αποσπάστηκε με το χέρι από κορμό δένδρου.
Σκλίθρα (η): Κλωνάρι σταφυλιού.
Σκόλες (οι): Τα λάβαρα ( προφανώς από το σχολικό λάβαρο – Scuola).
Σκόλιαμπρα (τα): Μαντάτα.
Σκομπονέρεται : Σηκώνεται (Ital. Comportare).
Σκόντο (το): Έκπτωση (Ital. Sconto).
Σκόντρα (η): Εναντίωση (Ital. Scontro).
Σκοντρέτα (τα): Σανίδες με φλοιό υπολείμματα πριονιστηρίου .
Σκόντρο αμπάρα : Ο σιδερένιος σύρτης που αμπάρωνε την πόρτα από μέσα (Ital. Scontro = Συμπλοκή – συνάντηση – εναντίωση).
Σκορδαλίδα (η): Αγριολάχανο.
Σκορδομπώλης (ο): Βραχύσωμος.
Σκορδοστούμπι (το): Ξύλο – Εργαλείο της κουζίνας που έλιωναν το σκόρδο.
Σκορπιδέλι (το): Μικρό ψάρι –Σκορπιός.
Σκόρσα (η): Ξύλινο δοκάρι ακατέργαστο (Ital. Scorza =φλοιός).
Σκορσάρω : Τινάζομαι (Ital. Scossa ).
Σκόρσο (το): Απότομο σταμάτημα.;;
Σκόρτσα (η): Επένδυση.(Ital. Scorza = Εξωτερική εμφάνιση – Δέρμα Φιδιού- Επιδερμίδα ).
Σκόρτσα (τα) Τα σανίδια πάνω στα οποία πατούν τα κεραμίδια (βλ.άνω).
Σκόρτσα (τα): Αποκόμματα ξύλου (Ital. Scorcio=κομμάτι).
Σκοτίτας (ο): Σκοτοδίνη .
Σκοτίτας (ο): Αρρώστια πουλερικών.
Σκουάρα (η): Γωνιά, Εργαλείο τεχνιτών (Ital. Sguadra).
Σκούβλο (το): Βούρτσα πατώματος .
Σκουγέρι (το): Δηλητηριώδες και επιθετικό νερόφιδο
Σκουδαρόλια (τα). Χρωστούμενα (βλ. Σκούδο).
Σκουδάρω : Εισπράττω χρέος (βλ. Σκούδο).
Σκούδο (το): Παλιό βενέτικο νόμισμα (Ital. Scudo).
Σκούλλινα μπόλια (η): Λινή Πετσέτα (βλ. Σκούλινο).
Σκούλλινο (το): Ύφασμα φτιαγμένο από Σκουλί – Λινάρι (Αρχ. Σκόλλυς).
Σκουλουμπουρδιά (η): Τούμπα.
Σκουμπιασμένο (το): Κακόμοιρο .
Σκουμποθώνομαι : Σηκώνομαι και κάθομαι.
Σκουντράω : συγκρούομαι με κάτι (Ital. Scontrare).
Σκούρμο (το): Ξερό.
Σκουτέλα (η): Λεκάνη κουζίνας , βαθειά πιατέλα (Ital. Scottella).
Σκουτελί (το): Λεκανάκι.
Σκούτζικας (ο): Μεγαλόσωμη σαύρα.
Σκουτζίκι (το): Δηλητηριώδες και επιθετικό νερόφιδο ίδιο με το Σκουγέρι και μάλλον πρόκειται για το ίδιο φίδι με άλλη ονομασία.
Σκουτί (το): Ρούχο .
Σκουτιά (τα): Ρούχα.
Σκουφέτο (το) : Σκούφια και μτφ. Το προφυλακτικό.
Σκρίνιο (το): Έπιπλο σαλονιού (Ital. Scrigho).
Σκρίτο (το): Έγγραφο (Ital. Scrito).
Σκριτούρα (η): Εκκλησιαστικό έγγραφο.(βλ. Σκρίτο).
Σκροκαρίζω : Πυροδοτώ.
Σκρούμπο (το): Καρβουνιασμένο.
Σκυλομπαρούφα (η): Μεγάλη ανοησία που ελέχθη.
Σκυλομπαρούφα (η): Μεγάλος καυγάς – σκυλοκαυγάς (Ital. Baruffa = Καυγάς).
Σκύφος (ο): Πέτρινο δοχείο ταίσματος ζώων.
Σλόντζα (η): Κομμένη γωνία σιδήρου η ξύλου για ορθογώνια κατασκευή (Ven. Sloza).
Σμάρι (το): Ζυμάρι .
Σμούκιο ή Ζμπούκιο (το): Χτύπημα -τρακάρισμα –δυνατή σύγκρουση.
Σμπάρα (η): Μπάρα πόρτας (Ital. Sbarra).
Σμπαράρω : Αμπαρώνω (Ital. Sbarrare).
Σμπάρο (το): Πυροβολισμός , δυνατός και οξύς κρότος (Ital. Sparo).
Σμπάρο (το): Τουφεκιά – κρότος.
Σμπήρος (ο): Προδότης – ρουφιάνος.
Σμπιδίρω : Διώχνω.
Σμπίρος (ο) Προδότης.
Σμπούκιο (το): Σύγκρουση (Ital. Sbattere).
Σμπρέγο (το): Σύγκρουση Πολεμική.
Σοβελάδο (το): Ανάγλυφο (Ital. Sollevato).
Σοβρακάρικος (ο): Υπεύθυνος για την φόρτωση του πλοίου.
Σοβραλόγο : Επί τόπου.
Σοδισφατσιό (το): Ικανοποίηση (Ital. Sodisfazione).
Σολδιάτικο η Σολιάτικο (το): Παροχή κτήματος που προέρχεται από εδαφονομή.
Σολδιατοποίηση (η): Συμφωνία παροχής κτήματος προς καλλιέργεια με σολδιάτικα
Σόλδιο (το): Νόμισμα ενετικής περιόδου ίσο με μισό Μαρτσέλο. (Ital. Soldo).
Σολεβάρω : Οδηγώ πλοίο προς τον Ήλιο.(Sole).
Σόλεβο (το): Ανακούφιση (Ital. Solievo).
Σολέντες (ο): Αυθάδης (Ital. Insolente).
Σολέτα (η): Πέλμα κάλτσας (Ital. Soletta).
Σολιάρης (ο): Ενοικιαστής χωραφιού.
Σολιάτικα (τα): Νοίκια χωραφιού.
Σολιάτικο (το): Ενοικιασμένο χωράφι.
Σόλικος (ο): Εύκολος (Ital. Solingo = Μοναχικός).
Σόλιο (το) : Παιχνίδι τράπουλας.
Σομετέρει : Ενδιαφέρει;;;
Σόμπαχο (το): Τα μέσα κλαριά του δένδρου.
Σομπλιάζει (με): Με βολεύει – Με εξυπηρετεί.
Σομπρέσο (το): Σίδερο σιδερώματος (Pressare;;;).
Σονάρω : Παίζω μουσική. (Ital. Suonare)
Σονέτο (το): Φυσαρμόνικα (Ital. Sonetto).
Σόντοβέστα (η): Γυναικείο εσώρουχο-Κομπινεζόν.
Σορατσέλι (το): Ψευδοροφή (Ven.-Ital. Sora-cielo).
Σόρδολο Αμπιτάντε : Ερωτική συνεύρεση στην σοφίτα. (Ιταλ. Abitante = Κατοικήσιμος χώρος στην σοφίτα). Sordo l’ Abitante= Αθόρυβα στη σοφίτα).
Σοροκάδα (η): Καιρός με άνεμο Σιρόκο.
Σόρτας (τσι): Πρόχειρο (Ital. Sorta = Κάθε λογής).
Σόρτε (καλό): Καλή τύχη (Ital. Sorte = Τύχη ).
Σορτίτα (η): Έξοδος (Ital.Sortita).
Σοσεντσέρω : Υποστηρίζω (Ital. Sostenere= Υποβαστάζω).
Σοσπέζος (ο): Εκκρεμής (Ital. Sospeso).
Σοσπεσιόν (η): Αναστολή (Ital. Sospesione =Εκεχειρία , Διακοπή ).
Σοσπετάρω : Υποψιάζομαι (Ital. Sospettare).
Σοσπέτο (το): Υποψία (Ital. Sospetto).
Σόστιμα (η): Αντικατάσταση (Ital. Sostituto).
Σοστισφατσιόν (η): Ικανοποίηση (Ital. Sostifazione).
Σοστιφάρω : Ικανοποιώ (Ital. Sostifare).
Σοτανέλα (η): Μισοφόρι (Ital. Sottana).
Σοτοβέστα (η): Κομπινεζόν (Ital. Sotto Vesta = Κάτω από τη φούστα).
Σοτομπάνκο (το): Κρυφά , κάτω από το τραπέζι (Ital. Sotto banco).
Σοτονάτολα (η): Ο χώρος κάτω από τη Νάτολα (βλ. Νάτολα).
Σοτοπόρτιγο (το): Στοά κάτω από διαμπερή στοά εισόδου (Ven. Sotopòrtego).
Σοτοροκέτο(το): Εσωτερική φούστα (Ital. Roccheto ) βλ. Ροκέτο.
Σότος (ο): Υποδεέστερος , κατώτερος (Ital. Sotto = υπό ).
Σοτοσκάλα (η): Ο χώρος κάτω από τη σκάλα (Ital. Sottoscala).
Σούβελο (το): Χαμένο.
Σουβλολιά (η): Ράτσα ελαιοκάρπου με μακρόστενο σχήμα .
Σουγέτο (το): Παλιάνθρωπος – Υποκείμενο (Ital. Soggetto).
Σούγο (το): Σάλτσα η ζουμί φαγητού (Ital. Sugo).
Σούδα (η): Χαντάκι .
Σούδιτος (ο): Υπήκοος (Ital. Suddito).
Σούζος (ο): Όρθιος (Ital. Suso?????).
Σούκερας(ο): Μεγάλο πρώιμο σύκο.
Σούλου μπούρδου (το): Ανακάτεμα.
Σούμα (η): Άθροισμα (Ital. Souma).
Σούμπιτο (το): Σύντομα.
Σούμπιτος (ο) Βιαστικός (Ital. Subito).
Σούρδου . Πήγαινε-Ελα ( ετσι το λένε στη Λευκίμμη).
Σουρλάτσο (το): Περίπατος.
Σουρμπάω : Ρουφάω.
Σουρμπέτι (το): Κρασί με ζουμί χόρτων .
Σουρουκάνι (το): Ακατάσχετη ροή υγρού.
Σουρούπι (το): Υπνάκος .
Σουρτού (η): Σετ Αλατοπιπεροθήκης και λαδόξυδου.
Σούρωμα (το): Μούσκεμα.
Σουσούμι (το): Ομοιότητα.
Σουσούμια (τα): Ωραία χαρακτηριστικά
Σουσουνίστρα (η): Αργοπορημένη.
Σούσουρο (το): Κρυφόλογα.
Σούτα (η): Γίδα χωρίς κέρατα (Αλβ. Sute).
Σουφραδέλι (το): Μικρός καναπές.
Σούχα (η): Κακή ποιότητα (Αυτό είναι τσι σούχας).
Σοφεγγιάζω : Δοκιμάζω Εγκαινιάζω (Ital. Saggiare).
Σοφίτα Αμπιτάντε (η): Κατοικήσιμη υποστεγή (Ven. Sofita abitante).
Σοφράς (ο): Καναπές;;;;;
Σοφριγάδα : Τηγανιτό (Ital. Soffriggere).
Σοφρίτο (το): Τοπικό φαγητό με τηγανισμένες φέτες κρέατος και σάλτσα με τσιγαριστό κρεμμύδι (Ital. Soffritto=τηγανιτό).
Σπαβεντάρω : Αιφνιδιάζω (Ital. Spaventare).
Σπαβέντο (το) : Ξάφνισμα,ταραχή.(Ιταλ. Spaventare).
Σπαγαδιέρης (ο): Ριψοκίνδυνος (Ital. Spericolato).
Σπαγαδιές (οι): Επικίνδυνα καμώματα.
Σπακάδα (η): Χτυπητή παρουσία;;; Περιπαιχτική διάθεση;; (Ital. Spasso);;;
Σπαλαβιέρης (ο): Ειδικό μυστρί σοβατζή (Ital. Spalletta =σενάζι παραθύρου).
Σπαλέτα (η): Είδος εσάρπας (Ital. Spalla =ωμοπλάτη ).
Σπαλέτο (το): Γείσο ανοίγματος (Ven. Spalèta).
Σπανιάρω : Κλωτσάω.
Σπανιολέτα (η): Μεταλλικό περιστρεφόμενο στήριγμα παραθυρόφυλλου στηριγμένο στον τοίχο. (Ital. Spagholetta).
Σπάος (ο): Σπάγγος .
Σπαραβιέρος (ο): Η ξύλινη επίπεδη πλάκα που χρησιμοποιεί ο σοβατζής για να βάζει τη λάσπη (Ven. Sparavièr η Spalivièr).
Σπαρανιάρω : Εξοικονομώ (Ital. Sparagnare).
Σπαράνιο (το): Στέρηση (βλ. Σπαρανιάρω).
Σπάρματσέτο (το): Είδος κεριού.
Σπαρτίλας (ο): Τόπος γεμάτος με σπάρτα.
Σπάρτο (το): Είδος χόρτου με μακριά και μυτερά φύλλα .
Σπαρτσίνα (η): Σχοινί.
Σπάσο (το): Περίπατος (Ital. Spasso).
Σπάτσα(τα): Ξεπούλημα (Ital. Spaccio).(Παίρνω τα σπάτσα μου δηλ. φεύγω)
Σπατσακαμίνος (ο): Καπνοδοχοκαθαριστής (Ital. Spazzacamino).
Σπατσάρω : Ξεπουλώ και φεύγω.
Σπέδισμα (το): Τρίκλισμα η Σκόνταψα η Σχοινί που έδεναν τα δύο πόδια του ζώου για να μην μπορεί να φύγει.
Σπέζα (η): Προμήθειες φαγητού , ψώνια (Ital. Spessa).
Σπεζάρω : Συντηρώ, ξοδεύω (Ital. Spesare = Συντηρώ).
Σπέκιο (το): Ταμπλάς ξύλινης πόρτας (Ital. Specchio=Καθρέπτης ).
Σπεντζαριόλα (η): Εργαλείο πλάνης ξυλουργού για την δημιουργία αυλάκωσης στο ξύλο (Ven. Spontaròla).
Σπέουλο (το): Ανάχωμα . (Ital. Spigolo).
Σπέουλο (το): Ανάχωμα.
Σπερλάδος (ο): Τρελαμένος-πειραγμένος στο μυαλό.
Σπερνά (τα): Κόλλυβα του εσπερινού .
Σπερνόζουμο (το): Ζουμί από κόλλυβα
Σπερτσόζιτο : Βρισιά προς μία γυναίκα (Ital. Sperso = Χώρίς προσωπικότητα , σκόρπιος).
Σπέτζιο (το): Παρουσιαστικό (Ital. Specchio = Καθρέπτης).
Σπετσαδούρα (η): «Σπάσιμο» γωνιάς ξύλινης κατασκευής (Ital. Spezzatura).
Σπετσιό (το): Κάποιο είδος που το χρησιμοποιούμε για να περάσει η ώρα.
Σπετσιέρης (ο): Φαρμακοποιός (Ital. Spezzieria = Φαρμακείο
Σπετσερικό (το): Αρωματικό φυτό για το φαγητό (Ital. Spezzie ).
– Βοτανοπωλείο
Σπήλιοι(οι): ;;;;
Σπιανάδα (η): Το τμήμα της πλατείας μπροστά στο παλάτι (Ital. Spianare= Ισοπεδώνω . Spianata =Ισωπεδωμένη).
Σπιάντζα (η): Ακτή , αμμουδιά (Ital. Spianggia).
Σπίγγος (ο): Το πουλί σπίνος.
Σπίγγος (ο): Ο Σπίνος, πουλί με χονδρό κεφάλι και μύτη στο μέγεθος του χελιδονιού. Λαλεί τρίτος το πρωί όταν έχουν σηκωθεί όλα τα πουλιά
Σπίγολο (το): Η γωνία ενός τοίχου ή ενός αντικειμένου (Ιταλ. Spigolo).
Σπίγολο (το): Γωνία αντικειμένου (Ital. Spigolo).
Σπιθουρί (το): Σπυράκι.
Σπίλα (η): Γυναικεία διακοσμητική καρφίτσα (Ital. Spilla).
Σπίν ντε πέσε (το): Τοποθέτηση τούβλου η ξύλινου πατώματος «ψαροκόκαλο» (Ven. Spin de pesse) .
Σπινέτο (το): Το μυτερό μουσάκι.
Σπίρτο (το): Οινόπνευμα (Ital. Spirito).
Σπιρτόζος (ο): Έξυπνος (Ital. Spiritozo =Πνευματώδης).
Σπιτάλι (το): Νοσοκομείο (Ital. Ospetale). Σπιτιών (Ital. Meridiano = Μεσημεριανός ).
Σπίτσα (η): Μανία , Βιασύνη (Ital. Spiccio = Γρήγορος , Χωρίς Διατυπώσεις).
Σπιτσερικά (τα): Μπαχαρικά (Ital. (Spezie).
Σπιτσεριό (το): Φαρμακείο (Ital. Spezieria = Σημαίνει και βοτανοπωλείο).
Σπίτσερος (ο): Μανιακός (βλ. Σπίτσα).
Σπιτσίζει : Ταλαντεύεται.
Σπιτσιφικάρω : Δηλώνω , Καθορίζω (Ital. Significare).
Σπλενίζομαι : Χάνω την ισορροπία μου .
Σπλέντητος (ο): Ανοιχτοχέρης (Ital. Spendito).
Σπλίθρα (η): Οπτόπλινθος .
Σπλονίζω : Παραπατάω (βλ. σπλόνος).
Σπλόνος (ο): Φυτό με ναρκωτικές ιδιότητες.
Σπολάτι(το): Συγχώρεση.
Σπονδή (η): Ξίνισμα κρασιού.
Σποντάδα η Σπονδή (η): Ξίνισε (Ital. Punta = Ξυνάδα , Prendere la punta : Έπιασε ξινάδα πχ. Το κρασί ).
Σπόρκες (οι): Επικίνδυνες (Ital. Sporgente = Προεξέχουσες).
Σπόρτο (το): Προεξοχή επίπλου (Ital. Sporto).
Σπουρτζίνα (η): Μεγάλος θυμός (Ital. Spunzone = Χτυπήματα με αγκώνες Και γροθιές).
Στάγκα (τα): Τα ξύλα του κάρου που έδεναν το άλογο.
Σταγόνια (τα): ;;
Στακοφίσι (το): Αποξηραμένος μπακαλιάρος που το είχαν τα καράβια για τα μακρινά ταξίδια . Μαγειρεύεται Μπιάνκο Δηλ. Με το ζουμί του και άσπρο πιπέρι ¨ήλθε στην Κέρκυρα επί Αγγλοκρατίας (Αγγλ. Stock Fish).
Σταλίκι (το): Κυπαρισσόξυλο για σκεπή .
Στάμπελε : Σταθερός , ακίνητος (Ital. Stampela = Δεκανίκι
Σταμπένε (είναι): Εντάξει , εγκεκριμένο (Bene).
Στάμπιλε (το): Η ακίνητη περιουσία (Ital. Stabile).
Στάμπιλε (το): Ακίνητη ιδιοκτησία (Ital. Stabile).
Σταμπίλια (η): Μακέτα ;;; (Ital. Stampiglia=Σφραγίδα).
Σταμπιλίρω : Σφραγίζω , Οριστικοποιώ (Ital. Stambigliare).
Στάμπο (το): Πατρόν (Ital. Stampo=φόρμα ).
Στάνγκα (τα): Τα ξύλα που αναμεσά τους είναι το ζώο που σέρνει το κάρο. (Ital. Stanga =τιμόνι κάρου ).
Στανγκέτα (η): Μικρή μπάρα πόρτας (Ital. Ven. Stangèta).
Στανιάρισε : Σταμάτησε η ροή κάποιου υγρού που έτρεχε λιγο λίγο.
Στάνκα (τα): Τα μακριά ξύλα του κάρου στα οποία έδεναν το άλογο (Ital. Stanga).
Στάντα (η): Διαίτα (Ital. Stento =Στέρηση).
Σταντάδα (η): Στολισμένο μαντήλι για το κεφάλι των γυναικών .
Στάντε : Επειδή , ένεκα ,λόγω του ότι (Ital. Stante).
Στάτα (η): Οικονομική κατάσταση (Ital. Stato = Κατάσταση πχ il mio stato economico).
Στατέρι (το): Είδος ζυγαριάς.
Σταφνισμένος (ο): Νοικοκυρεμένος.
Σταχτοδευτέρα (η): Καθαρή Δευτέρα .
Σταχτοπύρι (το): Σακουλάκι που έβαζαν ζεστή στάχτη και το δέναν γύρω από το λαιμό για το κρύωμα.
Στέκα : Στάσου – Περίμενε.
Στελίτας (ο): Νευρόπονος.
Στεντάρω : Στερούμαι (βλ. Σταντα).
Στεντάρωμαι : Ταράζομαι.
Στεφανίτες (οι): Ράτσα μανιταριών.
Στιά (η): Φωτιά (Αρχ. Εστία).
Στίβα (η): Σωρός από ελαιόκαρπο .
Στιβαλέτο (το): Μποτίνι (Ital. Stivaletto).
Στιβαλέτο (το): Γυναικεία κάλτσα μάλλινη και μακριά ως το γόνατο.
Στιβάλι (το): Μπότα (Ital. Stivale).
Στιβοδονές (οι): Σωροί από ελιές.
Στίμα (η): Υπόληψη (Ital. Stima =εκτίμηση).
Στιμαδόρος (ο): Εκτιμητής (Ital. Stimatore).
Στιμάρω : Εκτιμώ της αξία πχ. ενός χωραφιού (Ital. Stimare).
Στιμάρω : Σέβομαι (Ital. Stimare ).
Στιμόνι (το): Κουβάρι με ψιλή μάλλινη κλωστή πλεξίματος.
Στοκάδα (η): Ορμή.
Στοκάδο (το): Χτυπητό – π.χ. κουβέντες στοκάδες (Ital. Tocco).
Στόκωνε : Έκλεινε .;;
Στολέτα (η): Περσίδα (Ven. Stolèta).
Στονάρω : Φαλτσάρω στο τραγούδι (Ital. Stonare).
Στόρια (η): Ιστορία, αφήγηση.
Στότιμο (είναι): Ετοιμοθάνατο.
Στούα (η): Αποπνικτική ατμόσφαιρα.
Στούγα (η): Δύσπνοια.
Στουδιάρω : Παρουσιάζω τα πράγματα όπως με βολεύει (Ital. Studiare= Προσέχω τα λόγια μου).
Στουκάρω : Στοκάρω (Ital. Stuccare).
Στουκάρω: Στοκάρω (Ven .Stucàr – Ital. Stuccare).
Στούκος (ο): 1. Στόκος 2. Βλάκας (Ital. Stucco).
Στούκος (ο): Στόκος (Ven. Stuco).
Στουπάτες (οι): Κομπρέσες (Ital. Stoppa )
Στουπέτσι (το): Βερνίκι για άσπρα παπούτσια.;;;;;;
Στουπίρω : Μένω έκπληκτος (Ital. Stupire = Καταπλήσω).
Στούφα (η): Άσχημη μυρωδιά. (Ital. Stufa = Ξέπλυμα βαρελιού με χόρτα για να φύγει η μυρωδιά.).
Στουφάρω : Απεχθάνομαι. (Ital. Stufare).
Στούφος (ο): Δυσφορία , απέχθεια (Ital. Stufo =Μπούχτισμα ).
Στράιστο (το): Είδος ταγαριού – κρεμαστής τσάντας από τον ώμο για μεταφορά φαγητού η διαφόρων πραγμάτων .
Στράιστο (το): Ταγάρι .
Στρακέρντο (το): Στραβόξυλο- Κακόβουλος.
Στράκος (ο): Κατάκοπος – Ράκος (Ital. Straccio).
Στρακώνει : Όταν κατακάθεται το χώμα .
Στραμπαλάδος (ο): Στραβόξυλο , παράξενος , ιδιότροπος (Ital. Strambo).
Στραμπαλάδος (ο): Ιδιότροπος (Ital. Strampalato =Παράξενος).
Στράνιος (ο): Παράξενος (Ital. Strano = Αλόκοτος).
Στράντζο (το): Χονδροφτιαγμένο χαρτί περιτυλίγματος (Straccio = Κουρέλι ).
Στραπατσάρω : Καταστρέφω κάτι.
Στραπάτσο (το): Μεγάλη ζημιά (Ital. Strapazzo).
Στραπουντί (το): Στρώμα (Ital. Strapunto).
Στράτα (η): Δρόμος (Ital. Strada).
Στρατόνα (η): Χωρίστρα μαλλιών.
Στρατόνι (το): Μονοπάτι (βλ. στράτα).
Στρατσί (το): Τσαλακωμένο ρούχο (Ital. Straziare).
Στρατσόχαρτο (το): Μπακαλόχαρτο.
Στρατώνια (τα): Δρομάκια.
Στρεγκλεύω : Στραμπουλίζω (Ital. Stragolare ).
Στρέει (μου) : Μου βγαίνει σε καλό .
Στρέμπελος (ο): Άνθρωπος ανάποδος (Ital. Strambo= Στρεβλός ).
Στρέπετο (το): Θόρυβος (Ital. Strepito).
Στρέπιτο (το): Φασαρία (Ital. Strepito = Θόρυβος).
Στρέτος (ο): Στενός (Ital. Stretto).
Στρήνα (η): 1. Μπουναμάς 2. Είδος σκληρής πέτρας για το άναμμα της φωτιάς
Στρίγγα (η): Πηχάκι και γενικά το «κορδόνι» στις κατασκευές (Ital. Stringa).
Στριγγοπούλι (το): Ράτσα νυχτόβιου αρπακτικού.
Στρίγκα (η): Λεπτή διακοσμητική λωρίδα ξύλου η σιδήρου (Ven. Strica Ital. Stringa=κορδόνι).
Στριμανκίδι (το): Είδος σύκου για αποξήρανση.
Στρίνα (η): Μποναμάς για τα κάλαντα.
Στρίνα (η): Το φιλοδώρημα στα παιδιά που λένε τα κάλαντα.
Στρινάρι (το): Σκληρή πέτρα που όταν την χτυπήσεις με κάτι σκληρό
Στρινάτσα (η): Πετρώδες έδαφος.
Στρινές (οι): Η περίοδος της αποκριάς.
Στρίνκα (η): Επίμηκες πηχάκι που καλύπτει κενά στην κατασκευή επίπλων η άλλων κατασκευών (Ital. Stringa = Κορδόνι).
Στρίνος (ο): Κοφτερή και σκληρή πέτρα που έβγαζε σπίθες όταν την χτυπούσαν.
Στριντσέρω : Πιέζω (Ital. Stringere = Σφίγγω).
Στριτσέλια (τα): Καβαλέτα μαραγκού.
Στριφίγγουλο (το): Μπερδεμένο – στριφογυριστό.
Στριφουλίδα (η): Στροφή- στρίψιμο.
Στρόμπος (ο): Σχοινί του κουπιού.
Στρονίζω : Δεν κάθομαι ήσυχος – κάθομαι νευρικά στην καρέκλα .
Στρόντζος (ο): Ξεραμένο κόπρανο (Ital. Stronzo = Κόπρανο).
Στρούδι (το): Στρείδι.
Στρούδι (το): Μεταλλικό στήριγμα στροφείου στο κάτω μέρος σιδερένιας εξώπορτας (στρείδι).
Στρούνος (ο): Το ψαρόνι αποδημητικό πουλί (Latin. Strunus).
Στρωνίζω : Στριφογυρίζω στο κρεββάτι.
Στρωνίζω : Στριφογυρίζω ανήσυχα.
Συδάυλιστρο (το): Εργαλείο του τζακιού για το ανακάτεμα του κάρβουνου.
Σύθαμπα : Χαράματα.
Συκεριά (η): Συκιά.
Συκομαϊδα (η): Πίτα από σύκα με αλκοόλ και μπαχαρικά.
Συμπράγαλα (τα): Διάφορα εργαλεία η αντικείμενα.
Συναγώι (το): Εβραική συναγωγή.
Συνάπι (το): Ήμερο λάχανο.
Συνασκάλα (η): Συνομήλικη.
Συνδαυλίζω : Σκαλίζω τη φωτιά.
Συνεμπήκε : Μπήκε στο μυαλό μου.
Συντρέχω : Βάζω υποψηφιότητα .
Συρμοί (οι): Επιδημίες.
Σύρτσιτο : Σύρε της το : Πήγαινέ της το.
Σύσκαρος (ο): Όλος (Ο φράχτης έφυγε σύσκαρος).
Σύσκαρος (ο): Όλος μαζί , μονοκόμματος.
Σύσκοτα (τα): Συσκότιση.
Συφοριάζω : Καταστρέφω – προκαλώ συμφορά.
Συφτάκω : Προλάβω .
Σφαγιό (το): Πόνος -Σφάχτης .
Σφαλάγγι (το): Μικρή αράχνη (Αρχ. φάλαγξ ).
Σφαλαγγονιά (η): Φωλιά αράχνης (βλ. σφαλάγγι).
Σφαλί (το): Αυτοσχέδιο πώμα μπουκαλιού.
Σφαλιά (η): Δύσβατο μέρος με πολλή βλάστηση.
Σφάλισα : Έκλεισα ερμητικά το σπίτι.
Σφατσέλο (το): Καταστροφή (Ital. Sfacelo= Διάλυση, νέκρωση).
Σφέζα (η): Ρωγμή (Ital. Spezzare =Σπάζω , θραύω).
Σφίγλα (η): Διακοσμητική καρφίτσα που στερέωναν οι γυναίκες την μπόλια..
Σφογγίζω: Καθαρίζω από κάτι υγρό (Σφογγίζω τον ίδρω μου).
Σφογγολάμπα (η): Πετσέτα προσώπου.
Σφοδόνα (η): Ο γύρος του αλωνιού.
Σφοντήλι (το): Εργαλείο για την δημιουργία μαλλινης κλωστής.
Σφοντύλι (το): Εργαλείο για την κατεργασία του μαλλιού.
Σφορδίνη (η): Το προφυλακτικό. Βλ. Σκουφέτο.
Σφυρίδα (η): Εργαλείο του ελαιοτριβείου στρογγυλό και επίπεδο πλέγμα από χονδρές ίνες διαμέτρου 60 εκατοστών περίπου που λειτουργεί ως φίλτρο.
Σχίζες (οι): Σχισμένα ξύλα για τη φωτιά.
Σωκάρδι (το): Ρούχο της γυναικείας παραδοσιακής στολής Σαν την καμιζιόλα αλλά ανοιχτό στο πέτο.
Σώρουχο (το): Εσώρουχο της παραδοσιακής γυναικείας στολής. Έφτανε μέχρι τα γόνατα και έδενε με λουρίδες πάνινες.
Σώχωρο (το): Ανοιχτός σκεπαστός χώρος στην είσοδο του σπιτιού .

Δεν υπάρχουν σχόλια: